Internet picky literature

Η νεκρανάσταση του Ρίτσου

in Recommended Reading
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Μισθός τεσσάρων χιλιάδων ευρώ τον μήνα. Μάλιστα. Πού είναι ο Μαρξ κι ο Λένιν όταν η κοινωνία τους χρειάζεται; Ο Μπακούνιν κι όλοι οι Γάλλοι Διαφωτιστές; Ο Σάκκο κι ο Βαντσέτι;  Πού είναι όλοι όσοι έγραψαν, αγωνίστηκαν και πέθαναν για την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοκρατία;

Αμειβόταν με μισθό τεσσάρων χιλιάδων ευρώ μηνιαίως για να εκτελεί τα καθήκοντα της Βοηθού Διευθύντριας, σ’ ένα Γυμνάσιο της κακιάς ώρας, στη Δημόσια Εκπαίδευση της Νήσου Κύπρου. Πριν την κρίση δεν ενδιαφερόταν κανείς για τέτοια πράγματα. Έπειτα όμως άναψαν τα φώτα και φάνηκαν τα πράγματα όπως στ’ αλήθεια είναι, χωρίς ψιμύθια και περιττά φτιασίδια.

Με στείλανε μετάθεση στην ύπαιθρο, σ’ ένα κωλοχώρι  με νεόπλουτους κατοίκους, που θησαυρίσανε πουλώντας γη και σπίτια σε Εγγλέζους συνταξιούχους. Οι οποίοι συνταξιούχοι μετά από εξήντα χρόνια ζωής στο Μάντσεστερ και στο Πλύμουθ κατέκτησαν το πραγματικό νόημα της ζωής κι αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο για να ψοφήσουν γαλήνια κάτω απ’ τον καυτό ήλιο και την αποπνικτική υγρασία.

Παρουσιάστηκα 1η του Σεπτέμβρη και με κάλεσε στο γραφείο της. Εκτός από Βοηθός Διευθύντρια παρίστανε παράλληλα και την συντονίστρια των Φιλολόγων. Καθότανε βουλιαγμένη σε μια μαύρη δερμάτινη περιστρεφόμενη καρέκλα κι έδινε τον υπέρ πάντων αγώνα με ανακοινώσεις κι εγκυκλίους που βρίσκονταν αραδιασμένες μπροστά της. Με τα γυαλιά της, σαν τυφλοπόντικας, με τα μισοβαμμένα κόκκινα νύχια, με τον ζαρωμένο λαιμό της, με το αφράτο μαλλί του κομμωτηρίου, με το ταγέρ της που ασφυκτιούσε λόγω των περιττών κιλών. Και με τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ τον μήνα.

«Μακρυγιάννης είπαμε;».

«Μάλιστα».

«Πόσα χρόνια υπηρεσίας έχεις;».

«Δύο».

«Έλα πάρε το πρόγραμμά σου».

«Δεν θα κάνουμε συντονισμό όλοι οι Φιλόλογοι για να δηλώσουμε προτιμήσεις;».

«Εμείς εδώ τους συντονισμούς τους κάνουμε απ’ τον Ιούνιο. Είμαστε οργανωμένοι εμείς! Βέβαια, πολύ οργανωμένοι! Για ποιους μας πέρασες;».

«Ναι, αλλά εγώ τον Ιούνιο δεν ήμουν εδώ».

«Και τι σχέση έχει αυτό; Ούτως ή άλλως προβάδισμα έχουν οι παλιοί».

«Δεν μου δώσατε καμία μείωση. Μόνο μάθημα. Ούτε μια στήριξη, ούτε μια απαλλαγή. Και τ’ Αρχαία δεν είναι το φόρτε μου, Ιστορικό τελείωσα, θέλω να διδάξω Ιστορία».

«Τι να κάνουμε, είσαι νέος ακόμα, μικρός, αντέχετε εσείς, εμείς κουραστήκαμε Μακρυγιάννη. Θα πάρεις δηλαδή εσύ απαλλαγές από διδακτικό χρόνο για να κάνω εγώ τις ώρες σου;».

«Ναι. Αυτό που μετράει στην Εκπαίδευση είναι η εμπειρία, αυτό δεν μας λέτε συνέχεια;».

«…».

Έχω μια σπάνια ικανότητα να εκτιμώ τις καταστάσεις πολύ γρήγορα. Κατάλαβα αμέσως πως θα κακοπερνούσα.

Όλο το προσωπικό του σχολείου, από την Διευθύντρια μέχρι την καθαρίστρια, ήτανε σπάνιες περιπτώσεις. Λες κι είχανε μαζευτεί όλοι οι ανεπαρκείς σ’ ένα σουρεαλιστικό Καθαρτήριο αναμένοντας καρτερικά την λύτρωσή τους. Γιαγιάδες και παππούδες που ουδεμία σχέση είχαν με το επάγγελμα του εκπαιδευτικού και κυριολεκτικά είδαν φως και μπήκαν. Είχανε μάθει το ποίημα τους, έσερναν το ταλαίπωρο κουφάρι τους από τάξη σε τάξη κι επαναλάμβαναν ατέρμονα τα ίδια λόγια, εδώ και είκοσι χρόνια και βάλε. Έμοιαζαν σαν λοβοτομημένοι, σαν τρόφιμοι ψυχιατρείου που ήταν αγκιστρωμένοι κι εγκλωβισμένοι σε μια έμμονη ιδέα. Κι αφού διεκπεραίωναν την φορτική αποστολή τους, επέστρεφαν στον καθηγητικό σύλλογο για να συζητήσουν για το πόσο καλοί μαθητές είναι τα παιδιά τους, για το φαγητό που μαγείρεψαν την προηγούμενη μέρα και για το κωλοαυτοκίνητό τους που χάνει λάδια και θέλει καινούριους τροχούς.

Βέβαια και οι νεώτεροι σε ηλικία καθηγητές δεν είχαν μεγάλη διαφορά. Η νέα γενιά είναι εξίσου της πλάκας με την παλιά. Οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν γύρω από διαφορετικά θέματα, το ίδιο ηλίθια όμως. Οι πλείστοι βγάζανε τους μαθητές έξω κι άραζαν στο κυλικείο για καφέ και τσιγάρο, ενώ όσοι έμεναν στην τάξη φλυαρούσαν περί ανέμων και υδάτων, ή επέτρεπαν στους μαθητές να παίζουνε με τα κινητά τηλέφωνα.

Μια απ’ τα ίδια ήταν κι οι μαθητές. Πριν διοριστώ περίμενα πως η κατάσταση στην εκπαίδευση θα ήτανε βγαλμένη απ’ την λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, με μαθητές που διψούν για γνώση και κρέμονται απ’ το στόμα του εκπαιδευτικού. Η πραγματικότητα βέβαια ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Κι αυτή την πραγματικότητα δεν μπόρεσα ποτέ να την συνηθίσω.

Ήταν ένας καθηγητής, Φιλόλογος  κιόλας, Κωνσταντινόπουλο τον λέγανε. Στην τάξη πήγαινε χωρίς βιβλία, μόνο με μια κιθάρα στον ώμο κι έπαιζε τραγούδια – δικά του τραγούδια της πλάκας και του μαύρου χαμού που προκαλούσανε τα ακατάπαυστα γέλια των μαθητών- ενώ όταν το βαριόταν κι αυτό άνοιγε συζήτηση με τα παιδιά θέτοντας κάθε φορά κι ένα συναρπαστικό, διαφορετικό θέμα, όπως, «πώς θα ήταν το ποδόσφαιρο αν καταργούνταν το οφσάιντ», ή, «τι θα κάνατε αν σας την έπεφτε η κολλητή της φιλενάδας σας», ή «τα οφέλη από την χρήση ναρκωτικών ουσιών».

Ένας άλλος, Τηλέμαχος Δημητρίου το όνομά του, Γυμναστής (εκατόν σαράντα κιλά και τρία πακέτα τσιγάρο την ημέρα…) ήταν ακόμη πιο λαμπρό αστέρι της εκπαίδευσης. Όταν δεν κοιμόταν στα κενά του μέσα στην Mercedes του, ξενυχτισμένος απ’ τις επισκέψεις στα καζίνο των κατεχομένων, έμπαινε στ’ αποδυτήρια των κοριτσιών την ώρα που άλλαζαν, τάχα για να κάνει μια σημαντική ανακοίνωση. Είχαν διαταχτεί πέντε-έξι έρευνες για την πάρτη του μετά από καταγγελίες γονιών και μαθητών, αλλά ο τύπος έμενε ακλόνητος.

Εύφημος μνεία αξίζει και στον προγραμματιστή του γελοίου εκείνου Σχολείου. Βάσος Κ., Μαθηματικός. Το πρωί διένυα απόσταση εξήντα χιλιομέτρων και με είχε βάλει σχεδόν κάθε μέρα να διδάσκω την πρώτη περίοδο. Πήγα στο γραφείο του, χωρίς πολλές ελπίδες.

«Καλώς τον καινούριο! Ξεψαρώσαμε, ξεψαρώσαμε; Χα, χα!».

«Χαίρετε. Θα ήθελα να ζητήσω, αν βεβαίως γίνεται, να μην με βάλετε να διδάσκω πρώτη ώρα… Κι ας σχολάνω κάθε μέρα αργά, δεν με πειράζει».

«Άλλος πάλι με την πρώτη ώρα… Έλεος πια!  Και για ποιο λόγο δεν θέλεις να κάνεις την πρώτη ώρα μάθημα είπαμε;».

«Μπορώ να βασιστώ στην εχεμύθειά σας;».

«Εννοείται! Τάφος!».

«Υποφέρω από τρομερές αϋπνίες… Μάλιστα παίρνω και υπνωτικά χάπια, Hipnosedon, έχω μαζί μου και την συνταγή του γιατρού αν δεν με πιστεύετε… Το πρωί με πιάνει υπνηλία και δεν προλαβαίνω να έρχομαι στην ώρα μου. Δεν ζητάω κάτι παράλογο».

«Μάλιστα… Θα δω τι θα κάνω, θα προσπαθήσω να σε βολέψω. Έχεις τέσσερις μέρες πρώτη ώρα μάθημα, θα προσπαθήσω να σου αφήσω το πολύ μία… Στηρίξου πάνω μου!».

«Ευχαριστώ».

«Α, και για τις αϋπνίες δοκίμασε ζεστό γάλα! Γιατρικό πρώτης τάξεως νεαρέ!».

Την επόμενη μέρα βγήκε το καινούριο πρόγραμμα. Είχα κάθε μέρα πρώτη περίοδο μάθημα.

Όλοι αυτοί πληρώνονταν από δύο μέχρι και πέντε χιλιάδες ευρώ τον μήνα. Στον υπόλοιπο πλανήτη άνθρωποι άξιοι, με προσόντα και με ευαισθησίες, με όλες τις ικανότητες να προσφέρουν και να εμπνεύσουν τους μαθητές, είτε αυτοκτονούσαν είτε πάθαιναν κατάθλιψη επειδή δεν έβρισκαν εργασία.

Έκανα το μάθημά μου και κρυβόμουν στην βιβλιοθήκη, ή έβρισκα κάποιο απομονωμένο μέρος για να καπνίσω κανένα τσιγάρο και να ρουφήξω έναν καφέ στα γρήγορα. Άμα στα δεκαοχτώ μου έδειχναν με κάποιον μαγικό τρόπο σκηνές απ’ το επαγγελματικό μου μέλλον, το πιθανότερο είναι να μην σπούδαζα καν. Τόση μετριότητα και τόσο μεγάλο φιλοτομαρισμό δεν ξανασυνάντησα στη ζωή μου. Πριν να μπεις στην εκπαίδευση φαντάζεσαι πως θα περιστοιχίζεσαι και θα συγχρωτίζεσαι με λόγιους ανθρώπους, αλλά η πραγματικότητα είναι ολότελα σκληρή. Έχεις να κάνεις με αγράμματους πτυχιούχους, με καραγκιόζηδες, στην καλύτερη των περιπτώσεων με δημόσιους υπαλλήλους και διεκπεραιωτές. Από το ένα άκρο φτάσαμε στο άλλο. Από τον πάλαι ποτέ αυστηρό κι άτεγκτο εκπαιδευτικό, είχαμε περάσει στον αστερισμό του χάους και την απόλυτης μετριότητας.  

Έβλεπα όλους εκείνους τους κρετίνους και η μισανθρωπία μου φούντωνε. Και είναι αυτά τα μικρά, κατά τα φαινόμενα ασήμαντα πράγματα, που τελικά σε οδηγούνε με μαθηματική ακρίβεια στην αθεΐα. Διότι είναι τρομερά δύσκολο να χωνέψεις την αδικία και την αναξιοκρατία. Αν έχεις έστω και μια ελάχιστα ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία, είναι αδύνατον να μην διερωτηθείς πού στο διάβολο βαδίζει η ανθρωπότητα. Αδυνατείς να αποδεχτείς το ότι η μετριότητα καλοπερνά και κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι πως δεν υπάρχει ούτε θεός ούτε και θεία δίκη. Είναι δύσκολο μετά απ’ όλα αυτά να μην οδηγηθείς στην ψυχολογική κατάπτωση. Στην παράνοια και στα Hipnosedon…

Κι έτσι κύλισε η χρονιά. Μια χρονιά με αρνητικό απολογισμό. Μόλις είχα τελειώσει ένα μάθημα Ιστορίας Γ’  Γυμνασίου μ’ ένα ζόρικο τμήμα (ήμουν ο μόνος που τα κατάφερνε να κάνει έστω και είκοσι λεπτά μάθημα), όταν πληροφορήθηκα πως αντί για κενή θα κάναμε συντονισμό Φιλολόγων. Καμία ειδικότητα δεν έκανε συντονισμούς εκτός από εμάς. Την ώρα που οι υπόλοιποι κάθονταν εμείς βάζαμε φωτιά στα εγκεφαλικά μας κύτταρα ακούγοντας την Συντονίστρια να διαβάζει ανακοινώσεις για τους δείκτες εκπαίδευσης και για την διδακτέα ύλη που άλλαξε. Κάτι τέτοιες στιγμές μου περνούσε απ’ το μυαλό πως αντί να φάω τα χρόνια μου στις Ιστορίες και στις Αρχαιολογίες, θα έπρεπε να είχα πείσει τους γέρους μου να κάνουν το σκατό τους παξιμάδι για να με στείλουνε στην Αμερική να παρακολουθήσω μαθήματα δημιουργικής γραφής, όπως πάντοτε επιθυμούσα.    

-«Συνάδελφοι έχω να σας ανακοινώσω κάτι πολύ σημαντικό! Ο επιθεωρητής μου επανέλαβε την βαθμολογία, μου έβαλε 38 αντί για 39! Έτσι όπως έχουν τα πράγματα δεν μπορώ να γίνω Βοηθός Α΄! Συνάδελφοι! Στην κοινωνική και πολιτιστική δράση αντί για 10 με βαθμολόγησε με 9! Εμένα συνάδελφοι! Που όταν συνόδευσα στην Αθήνα τον άντρα μου για να εγχειριστεί, παρακολούθησα δύο θεατρικές παραστάσεις! Συνάδελφοι αυτό είναι το σύστημα κι εσείς που είστε νέοι πρέπει να το πολεμήσετε και να το αλλάξετε! Ωχ Θεέ μου! Συνάδελφοι, θα σας παρακαλέσω να γράψετε μια επιστολή για την προσφορά μου στο σχολείο και στην εκπαίδευση γενικότερα και για το πόσο αδικήθηκα και να την στείλετε στον Υπουργό! Ποιος θα αναλάβει να την συντάξει;».

Σκέφτηκα τον Ρίτσο, νεκραναστημένο και σαβανωμένο, να βγάζει λόγο στην ημερίδα και την Βοηθό να τον χειροκροτεί με ενθουσιασμό. Και στο τέλος να της υπογράφει τις ποιητικές του συλλογές και να βγάζουν μαζί φωτογραφία. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, όλα ήταν πιθανά

Αμέσως ψήλωσε χέρι ένα σιχαμερό κι ελεεινό ανθρωπάκι της ντροπής, όλο προθυμία, προκειμένου να βοηθήσει την λαμπρή μας Βοηθό και ν’ αποκαταστήσει την αδικία. Οι υπόλοιποι θα υπογράφαμε την επιστολή ώστε να δείξουμε έμπρακτα την συμπαράστασή μας στην αδικημένη προϊσταμένη μας.

«Ως Θεέ μου! Πήρα 9 στην πολιτιστική δράση, εγώ που έχω δηλώσει συμμετοχή στην αυριανή ημερίδα για τον Ρίτσο! Εγώ που έχω όλες τις συλλογές του Ρίτσου και μάλιστα θα τις πάρω μαζί μου για να μου τις υπογράψει!».

Δυο-τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους άφωνοι. Οι υπόλοιποι κοιμούνταν όρθιοι, δεν πήραν πρέφα. Δεν άντεξα.

«Ναι… Παρεμπιπτόντως ο Ρίτσος πέθανε το 1990».

«Ττττ.. Τι… Πε-πε… Ναι, πέθανε… Ναι, βέβαια, εννοούσα θα είναι η γυναίκα του… Ναι, ναι η γυναίκα του, ναι…».

«Κι η γυναίκα του πέθανε. Η κόρη του θα είναι στην ημερίδα, η Έρη Ρίτσου».

Για τα επόμενα πέντε λεπτά επικράτησε νεκρική σιγή. Κανείς δεν μιλούσε, κανείς δεν ανάσαινε, πέρα απ’ το ελεεινό ανθρωπάκι της ντροπής που έγραφε με ζήλο την επιστολή συμπαράστασης προς την αδικημένη Βοηθό Διευθύντρια (την οποία επιστολή υπέγραψαν άπαντες πλην εμού).

Βγήκα έξω κι άναψα τσιγάρο. Μια εβδομάδα πριν είχα στρατιωτική άσκηση εφέδρων και το τυφέκιο ήταν ακόμα στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου. Μου πέρασε έτσι φευγαλέα απ’ το μυαλό η σκέψη να το πάρω και να πυροβολήσω κάποιον, όποιον να’ ναι. Να μπω στον σύλλογο και να σκοτώσω πέντε-έξι καθηγητές, την Βοηθό και την Διευθύντρια κι έπειτα ν’ αυτοκτονήσω.

Τέλειωσα το τσιγάρο μου με μεγάλες τζούρες και πήρα την τσάντα μου παραμάσχαλα για να πάω να διδάξω τα είδη των προτάσεων σε παιδιά που δεν ήξεραν καλά-καλά να γράψουν. Ο Κωνσταντινόπουλος είχε βγάλει τους δικούς του μαθητές του έξω και παίζανε κρυφτό. Ο ίδιος μάλιστα μετρούσε με κλειστά τα μάτια. Στην άλλη άκρη ο Δημητρίου είχε ξεμοναχιάσει δυο μαθήτριες. Η ανεύθυνη Διευθύντρια κλειδωμένη στο γραφείο της προσποιούνταν πως όλα ήταν υπό έλεγχο.

Σκέφτηκα τον Ρίτσο, νεκραναστημένο και σαβανωμένο, να βγάζει λόγο στην ημερίδα και την Βοηθό να τον χειροκροτεί με ενθουσιασμό. Και στο τέλος να της υπογράφει τις ποιητικές του συλλογές και να βγάζουν μαζί φωτογραφία. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, όλα ήταν πιθανά στον κόσμο αυτό, αρκεί να έχεις πίστη και πάνω απ’ όλα αυτοπεποίθηση. Και συνήθως τρομερή αυτοπεποίθηση έχουν οι άνθρωποι με χαμηλή νοημοσύνη, οι ανίκανοι κι οι άχρηστοι.

Μετά από χρόνια, κοιτάζοντας έναν κατάλογο προαγωγών και μεταθέσεων, έπεσα πάνω στ’ όνομά της. «Α. Ανθ.». Είχε γίνει Βοηθός Α΄. Η επιστολή που είχε στείλει ο κρετίνος συνάδελφος, το γλείψιμο, το βύσμα και η ανεπάρκεια του συστήματος της δώσανε την προαγωγή και τις πέντε χιλιάδες ευρώ μηνιαίως.

Το μυαλό μου πήγε ξανά στο στρατιωτικό τυφέκιο που κουβαλούσα πλέον μόνιμα στο πορτ παγκάζ. Έπειτα κάθισα στην βεράντα, άναψα τσιγάρο και σκέφτηκα πως αν υπήρχε περίπτωση να μάθει ο Ρίτσος όλη αυτή την ιστορία, οι πιθανότητες ν’ ανασταινόταν τελικά ήταν αρκετές.

 

Μια ιστορία του Απόστολου Μακρίδη.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ