Internet picky literature

Η Σούζαν, ένα διήγημα του Κόρμακ Μακάρθυ

in Πρωτότυπες μεταφράσεις
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Ήτανε 9 το πρωί, ένα ηλιόλουστο Σάββατο του Οκτωβρίου. Οι σκίουροι είχαν διακόψει την πρωϊνή τους σιέστα, και ο Γουές σηκώθηκε πιασμένος κάτω από μια πελώρια λευκή καρυά. Ο ήλιος ανέτειλε γρήγορα και έπνιγε το δάσος με μια παράκαιρη ζέση. Ο Γουές έγειρε το όπλο του στο δέντρο και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του. Ήταν λίγο εκνευρισμένος επειδή αστόχησε με τον σκίουρο. Είχε δει άλλους τέσσερις ή πέντε, αλλά αυτός θα ήταν η καλύτερη βολή του – εκείνος που ξεγλίστρησε από το δέντρο και εμφανίστηκε μπροστά του. Μόλις πυροβόλησε, ο σκίουρος πήδηξε προς την πλευρά του δέντρου και ο Γουές νόμιζε ότι τον πέτυχε. Ύστερα τον άκουσε να τρέχει ανάμεσα στα ξηρά φύλλα.

Ο Γουές πήρε το τουφέκι του και ξεκίνησε για το σπίτι. Έπρεπε να καθαρίσει την αυλή. Ακολούθησε ένα σκιερό μονοπάτι γεμάτο λευκοκαρυές και βελανιδιές, παρατηρώντας απομεινάρια ενός παλιού λατομείο καθόλη τη διαδρομή. Προτίμησε τη διαδρομή της σιδηροδρομικής γραμμής. Έτσι ήταν πιο μεγάλη η απόσταση για το σπίτι και η μετάβαση δυσκολότερη. Ο ι ράγες ήταν σκουριασμένες και καφέ από την αχρηστία. Ο Γουές τις διέσχισε με προσοχή, με το ένα πόδι να προσγειώνεται μπροστά στο άλλο με μικρά βήματα. Έφτασε στο τέλος του σιδηρόδρομου και βγήκε ανατολικά, σε μια έκταση από θερισμένα χωράφια. Έστριψε προς το δάσος.

Έσκυψε σε ένα χαντάκι που το είχε ξεπλύνει η βροχή. Μάζεψε ένα βλήμα που είχε χτυπήσει ένα αγριογούρουνο. Έξυσε τη λάσπη από τα σκάγια και αναρωτήθηκε πότε πυροδοτήθηκε, από ποιον, και σε τι ή σε ποιον. Ίσως κάποιος πρώιμος
άποικος ή εξερευνητής που αντιμετώπισε κάποιον απειλητικό Ινδιάνο. Ήταν πιο πιθανό να χρονολογείται σε μεταγενέστερη εποχή, όταν πλέον οι Ινδιάνοι είχαν φύγει. Ίσως πυροδοτήθηκε τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν,

Όσο ο Γουές περιεργαζόταν τη σφαίρα, το δάσος γέμισε με φαντάσματα περιπλανώμενων αποίκων με πουγκιά σφαιρών να κρέμονται από τους ώμους τους, κουβαλώντας μακρύκανα τουφέκια και αποθέματα σφενδάμου και χρυσού.
Ο Γουές βόλεψε τη σφαίρα στην τσέπη και συνέχισε την περιπλάνηση στο δάσος. Η εύρεση της σφαίρας τον παρακίνησε να ψάξει για το σημείο ταφής. Είχε ξαναβρεθεί στο ίδιο μέρος και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να το βρει ξανά.

Επιτάχυνε το περπάτημα του και βγήκε στο δρόμο. Πέρασε απέναντι, σκαρφάλωσε έναν πλημμελή φράχτη και συνέχισε για τους τάφους. Τα δέντρα είχαν πλεχτεί με ιστούς αράχνης που κολλούσαν περιστασιακά στον Γουές, και ο ήλιος άρχισε να γίνεται ανυπόφορος σε συνδυασμό με το βαρύ ντύσιμό του.

Το νεκροταφείο δεν ήταν ακριβώς εκεί που το θυμόταν και το ανακάλυψε σχεδόν κατά λάθος. Η ζωηρή και μοναχική αίσθηση του στοιχειωμένου πύκνωσε ακόμα πιο πολύ όταν περπάτησε μέσα. Τα πεύκα μεγάλωναν μέσα σε ένα κυκλικό πλαίσιο από βελανιδιές και καρυές, ενώ οι πέτρες φώλιαζαν αθέατα κάτω από τα αγιοκλήματα. Ήταν ζωσμένες με βρύα και ταλαιπωρημένες από την κακοκαιρία κατά αυτό τον ρουστίκ τρόπο που γοητεύει τους θιασώτες των παλιών πραγμάτων.

Ο Γουές μετακινήθηκε ανάμεσά τους και διάβασε τις επιγραφές. Ήταν πολύ παλιές. Πολύ ξεχασμένες – κυρίωςξεχασμένες. Μερικά πόδια κάτω από αυτό το χώμα βρίσκονται τα κόκαλα ανθρώπων που είχαν, με κάθε αξίωση, περπατήσει εδώ που περπατούσε ο ίδιος τώρα. Οι πλάκες έμοιαζαν καταδικασμένες σε αυτή την εφήμερη κατάσταση παρακμής που λειτουργεί σαν θύμιση για το οικείο, και σταματάει στο επίπεδο της μη αναγνωρίσιμης αρχαιότητας και της άγνωστης προέλευσης.

Το 1834, για παράδειγμα, ήταν ένα έτος που κάποιος μπορούσε να θυμάταιΣε αυτό το έτος μια πλάκα έγραφε το όνομά της Σούζαν Λεντμπέτερ. Η Σούζαν είχε ζήσει δεκαεπτά χρόνια στη γη. Από μια απλή σκαλισμένη πλάκα, το μάρμαρο μετατράπηκε σε μνημείο – από ταφόπλακα στον διασωθέντα σύνδεσμο με έναν άνθρωπο που κυλούσα αίμα μέσα του κάποτε. Ο Γουες σχημάτισε τη Σούζαν με το μυαλό του:

Είχε μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά, ήταν απαλή και φωτεινή με ένα χειροποίητο φόρεμα (το 1834 ήταν ένας αξιομνημόνευτος χρόνος, όχι σαν το 1215 ή το 1066, αλλά αληθινός χρόνος). Η Σούζαν κάθισε στο τραπέζι με τους γονείς της και τα αδέρφια της, και κοίταζε με περηφάνια το γεύμα που είχε ετοιμάσει αυτή και η μητέρα της.

Στο τραπέζι υπήρχαν φέτος καλαμποκόψωμου έτοιμες να βουτηχτούν σε φρέσκο βούτυρο. Ένα μπολ με λαχανικά και ένα με φασόλια, το καθένα αναμεμειγμένο με κομματάκια χοιρινού. Και μια ευωδιαστή πιατέλα με τηγανισμένο ψαρονέφρι. Βρασμένα μήλα σε μπλε πορσελάνινα πιάτα, και μια πήλινα στάμνα με βουτυρόγαλα που υποσχόταν μια ανάπαυλα από τον καύσωνα της ημέρας. Η Σούζαν παρατηρούσε τους αδερφούς της και φούσκωνε από περηφάνια.

Η Σούζαν έπρεπε να έχει έναν φίλο και αυτός έμοιαζε περιέργως με τον Γουές. Ήταν ένας ψηλόλιγνος 18χρονος, με μαύρα σοβαρά μάτια και βεβιασμένο χαμόγελο. Τα καλοκαιρινά απογεύματα κάθονταν στα σκαλιά και συζητούσαν για θέματα που γνώριζαν: για τους γείτονες, τους ανθρώπους, τις σοδειές και τους γονείς. Το αγόρι προσπαθούσε να της πει αστεία που είχε ακούσει να λένε οι άντρες στο μαγαζί του Τζος Μουρ, αλλά ποτέ δεν τα πετύχαινε. Εκείνη γελούσε ή χαμογελούσε, αλλά εκείνος ένιωθε μια κενότητα στην αναπαραγωγή τους. Και έτσι της μιλούσε για τα
πράγματα που ονειρευόταν, ντροπαλά στην αρχή, αλλά πάντα με σοβαρό ύφος και σκοτεινά μάτια. Μιλούσε απαλά και αργά, σηκώνοντας το βλέμμα του για να την κοιτάξει ευκαιριακά ή να σταματήσει ακούσια την καρδιά της με το
μειδίαμα του.

Συζητούσαν για το θάνατο, για τα αλιευτικά και τους χορούς της κάντρυ, και τις επικές διαστάσεις της ζωής που ξεδιπλωνόταν γι’ αυτούς. Μετέδιδαν ο ένας στον αλληλοκατανόηση. Και έτσι ερωτεύτηκαν. Πρώτα αυτός με τα μάτια και τα χέρια της και μετά με τους ώμους της και τους καμπυλωτούς γοφούς της. Εκείνη με τα χέρια του, το λαιμό του και τα άγρια καστανά μαλλιά του. Δεν μιλούσαν γι’ αυτά τα πράγματα. Δεν μεσολάβησαν λόγια αγάπης μεταξύ τους, και το βράδυ όταν τη φίλησε όρθια στα σκαλιά και μετά έκανε να φύγει, ήταν καλή στιγμής να της πει πώς ένιωθε.

Γύρισε το κεφάλι του καθώς έφευγε και την είδε να στέκεται φωτοβόλα κάτω από τα φθινοπωρινά αστέρια και ήθελε να τρέξει πίσω, να τη σφίξει με τα χέρια του και να της ψιθυρίσει άγρια πράγματα. Αλλά απλά σήκωσε το χέρι του και εκείνη το δικό της, φεύγοντας τελικά για το σπίτι. Ακολούθησε μια διαδρομή με δέντρα που τα τιθάσευε ο άνεμος και μιλούσαν εκ μέρους των σιωπηλών αστεριών:

Περπατάς εδώ όπως έχουν περπατήσει τόσοι άλλοι. Οι αρχαίες βελανιδιές τους έχουν δει. H ζωή ρέει μέσα από αυτά τα μπλεγμένα κλαδιά όπως κυλάει για λίγο μέσα στις φλέβες σου. Αυτή η λεύκη δεν νοιάζεται για τα δέντρα που χρησιμοποίησαν τη γη πριν τη γένεση της, αλλά για την ίδια τη γη, τη ζεστασιά του ηλίου και το σπόρο. Περπατάς εδώ. Το φεγγάρι σε ζεσταίνει και ο άνεμος σε φιλά, περπατάς εδώ… για λίγο.

Και το αγόρι γύρισε σπίτι και βολεύτηκε στο κρεβάτι . Έπεσε ξανά και τα σχοινιά του κρεβατιού έπρεπε να σφιχτούν για δεύτερη φορά σε δύο βδομάδες. Τον Οκτώβριο ο πρώτος παγετός εκδηλώθηκε σε αυτή την κοιλάδα. Το θέρισμα είχε τελειώσει και όλοι προετοιμάζονταν για τον χειμώνα. Είχαν αποθηκεύσει τροφές στα κελάρια και τα σπίτια του κάπνιζαν. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου διαχεόταν και υποσχόταν τη ζεστασιά και την ηρεμία των χειμερινών βραδιών. Η μυρωδιά του χοιρινού που ετοίμαζαν στους εξωτερικούς βραστήρας πρόδιδε τα πλουσιοπάροχα και εορταστικά τραπέζια μέσα στη θέρμη του σπιτιού. Ήταν μια πολύ ωραία περίοδος του χρόνου. Η εποχή του χρόνου που κάποιους είναι ευχαριστημένος με την καλή δουλειά του καλοκαιριού.

Για την Σούζαν ήταν μια πολύ καλή περίοδος επίσης. Ήταν απασχολημένη με τις αγγαρείες του σπιτιού και δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα. Δεν τις είχε πολύ υπόψη της και πολλές φορές έμενε έκπληκτη, όταν άλλαζε τη μια ασχολία μετά την άλλη, και ανακάλυπτε ότι τις είχε ήδη εκπληρώσει. Αν ήταν προληπτική, θα επέμενε ότι κάποιου είδους μυθολογική μαγεία συντέλεσε για να εξαφανιστούν οι ντομάτες που είχε αφήσει στον μπουφέ. Ίσως οι σκέψεις της επηρεαζόταν από τον αδύνατο άντρα με τα σκοτεινά μάτια (γι’ αυτή ήταν αρκετά άντρας, και ίσως ήταν πράγματι.) Δεν υπήρξε κάποια σοβαρή συζήτηση μεταξύ τους, αλλά ήξερε, και ήταν πρόθυμη να τον αφήσει να έχει το χρόνο του. Το ερώτημα για το μέλλον της κατασιγαζόταν και η νιότη της τής έλεγε ότι όλα ήταν καλά. Δώστου χρόνο, όλα θα πάνε καλά.

To αγόρι ήταν επίσης απασχολημένο με διάφορες υποχρεώσεις. Ήταν μια δραστήρια περίοδος του χρόνου, μια καλή εποχή. Τα ψυχρά πρωινά τον σήκωναν από το κρεβάτι σχεδόν καταναγκαστικά. Τα τηγανιτά αυγά και τα λουκάνικα μύριζαν πολύ καλύτερα όταν υπήρχε παγωνιά στην ατμόσφαιρα. Άνοιγε την πόρτα και ο αέρας γέμιζε τα ρουθούνια του με μια αποπλανητική αύρα.

Οι κότες με το που τον έβλεπα μαζεύονταν όλες μαζί και κακάριζαν αμήχανα. Τους κουνούσε τον κουβά με το γάλα και γελούσα ενώ εκείνες έτρεχαν σε κατάσταση πανικού. Πέρασε από τις θημωνιές των ξύλων και με ικανοποίηση διαπίστωση ότι είχαν κοπεί όλα τα κούτσουρα και ήταν στοιβαγμένα διατεταγμένα σε στρατιωτική σειρά. Φτάνοντας στον αχυρώνα (ήταν μια μικρή αποθήκη από πρόχειρες σανίδες), χαλάρωσε το δερμάτινο λουρί που ήταν δεμένο στο καρφί της πόρτας και μπήκε μέσα ενθουσιώδης.

Το δάσος είχε καλυφθεί με παχιά στρώματα καφέ φύλλων, που άφηναν ημίγυμνα τα δέντρα. Για πολύ καιρό αυτά τα φύλλα σκίαζαν τις ράχες και τις πλαγιές αυτού του δάσους. Τώρα, όμως, επέστρεψαν στη γη για να αποσυντεθούν για να προσφέρουν ζωή και θρέψη στους αδιάπλαστους διαδόχους τους. Αρκετά, φύλλα.

Ήταν το έτος 1834, και ήταν ένα πολύ καλό έτος. Ήταν φθινόπωρο και μια καλή περίοδος του χρόνου. Σε ένα βραχώδες λαγκάδι συνέβη μια μικρή τραγωδία. Μια αλεπού είχε απομακρύνει έναν ριγέ σκίουρο από το ενδιαίτημά του σε ένα σωρό με βράχια. Του επιτέθηκε αλλά πριν προλάβει να μπήξει τα δόντια της στο μαλλιαρό της τρόπαιο, εκείνο γλίστρησε ανάμεσα από τα πόδια της. Η αλεπού στριφογύριζε ξέφρενα και χίμηξε πάλι, ακινητοποιώντας τον σκίουρο από τις μπροστινές πατούσες του. Κατέβασε προσεκτικά το κεφάλι της για να ολοκληρώσει την αιχμαλώτιση. Άνοιξε το στόμα της, αλλά ο σκίουρος ήταν πολύ γρήγορος. Τα δόντια της κλείδωσαν και κοπάνησαν με ένα καθαρό δυνατό κοπάνισμα στην παγωμένη ατμόσφαιρα.

Ο σκίουρος έγινε καπνός και σκαπέτισε σε μια σχισμή στα βράχια. Με το που βρήκε το καταφύγιο του, η αλεπού δεν μπορούσε να χώσει τη μουσούδα της μέσα στη ρωγμή για να τον φτάσει. Ο σκίουρος σφηνώθηκε τόσο βαθιά που ήταν αδύνατο να τον ανασύρει η αλεπού. Έσπρωξε το κεφάλι της όσο πιο μακριά μπορούσε μέσα στη χαραμάδα και η ζεστή μυρωδιά του σκίουρου απείχε αρκετή απόσταση από τη μύτης, και κλαψούρισε σαν κουτάβι. Τελικά κατάφερε και γρατζούνησε το σκίουρο αρκετά ώστε να τον πληγώσει και να τον αφήσει αναίσθητο, και τον εγκατέλειψε μέχρι να γίνει βορά για τα μικρότερα σαρκοφάγα.

Ο καιρός είχε γίνει πολύ κρύος για να ξεμυτίζεις έξω από το σπίτι. Ήταν καλός καιρός για κυνήγι και τα δάση αντηχούσαν το οξύ κρακ που κάνουν τα τουφέκια ή τον κούφιο ήχο των μεγάλων καραμπίνων. Αλλά ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος για να βγεις έξω. Η Σούζαν καθόταν με το αγόρι της στο σπίτι τα κρύα απογεύματα και συζητούσαν με τους γονείς της και τα αδέρφια της. Τα τελευταία ήταν ανεκτικά, αλλά ενίοτε κάπως ενθουσιώδη και έκαναν τον φίλο της να νιώθει άβολα. Μερικές φορές όλοι έφευγαν και άφηναν τους δυο τους μόνους τους, μέχρι να φύγει το αγόρι. Σε αυτή την περίπτωση εκείνος σάστιζε ακόμα περισσότερο σε σχέση με όταν συνυπήρχε με την οικογένειά της.

Της έλεγε, «Σούζαν, νομίζω ότι είναι καλύτερα να πηγαίνω.» Και θα του απαντούσε «Ω, μην φύγεις ακόμα, δεν είναι και τόσο αργά.» Και της έλεγε, «Εντάξει, αλλά πρέπει να φύγω όπου να ‘ναι.» και την κοίταζε κάπως αυστηρά και βαρύθυμα μέχρι να χαμηλώσει το κεφάλι της με ένα αμήχανο χαμόγελο και μετά την πλησίαζε λίγο άγαρμπα και τη φιλούσε στο μάγουλο. Θα ύψωνε το βλέμμα της, και εκείνος θα την κρατούσε από τους ώμους και θα τη φιλούσε. Τίποτα δεν ήταν ξανά τόσο απαλό, ζεστό με μια ευωδιαστή γλυκύτατη. Θα την κρατούσε για λίγο, δίχως να μιλάει, σταματώντας να αναπνέει για μια στιγμή. Μετά από λίγο θα τον κοιτούσε ξανά και θα τον ρωτούσε αν θα τον δει την επόμενη μέρα ή αν θα είναι στου Αργουντ ή κάτι παρόμοιο, και εκείνος θα απαντούσε όσο καλύτερα μπορούσε, θα τη φιλούσε στο μάγουλο και θα έλεγε ότι ήταν ώρα να φύγει και θα σηκωνόταν πιασμένος, στεκούμενος στωικά, ή ίσως να τεντωνόταν, και μετά να διέσχιζε το δωμάτιο, για να πάρει το παλτό του. Το φιλί της στην πόρτα θα ήταν όλο νόημα και εκείνος θα έβγαινε βιαστικά και θα έτρεχε τη μεγαλύτερη απόσταση μέχρι να επιστρέψει σπίτι. Τα αστέρια υπόσχονταν ότι θα επέστρεφαν την επόμενη νύχτα.

Η Σούζαν  στεκόταν στην πόρτα μέχρι εκείνος να χαθεί στον ορίζοντα, ανασαίνοντας πολύ σιωπηλά και τον έφερνε στο μυαλό της με τα χέρια του γύρω της.

Κουβάλησε τη λάμπα της στο δωμάτιο και αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό πάνω της που τον έκανε να νομίζει πώς είναι εύθραυστη σαν πορσελάνη.

Ξεντύθηκε γρήγορα και πήδηξε στο κρεβάτι. Θα τον έβλεπε ξανά την επόμενη νύχτα.

Τα αστέρια επέστρεψαν. Αν η λάμψη τους ατόνησε είναι γιατί ένα απάνθισμα ομορφιάς ήταν πλέον εκλιπόν. Κολύμπησαν θολά μέσα στα μάτια του και παραμορφώθηκαν σε μια θάλασσα. Ήταν το έτος 1834 και ήταν Οκτώβριος.

Πώς είχε πεθάνει; Η άψυχη πέτρα δεν το μαρτυρούσε. Υπήρχαν πολλοί τρόποι.

Μια θάλασσα αγάπης και λύπης θερίεψε  μέσα στον Γουές. Έκλαψε πικρά. Άπλωσε τα χέρια του στην άκαμπτη πλάκα και θρήνησε για τον χαμό της Σούζαν, για όλες τις χαμένες Σούζαν, για όλους τους ανθρώπους – τόσο όμορφοι, τόσο θλιβεροί, τόσο χαμένοι και ξεθωριασμένοι, δεν τους πένθυσαν.

Ύστερα ο Γουές σηκώθηκε, σκούπισε τα δάκρυα και παίρνοντας το τουφέκι του ξεκίνησε για το σπίτι. Φυσούσε αδιάκοπα. Ένα πλήθος νεκρών φύλλων σηκώθηκε μπροστά από τα πόδια του, κατρακύλησε πιο πέρα, έκανε μια άτακτη δεξιά γωνία, σκόρπισε άναρχα στη γη και χόρεψε σε μια παρωδία της ζωής.

Ο Γουές χαμογέλασε. Τα φύλλα είχαν κουραστεί και έπεφταν ξεψυχισμένα από τα κλαδιά.

Αρκετά, φύλλα.

Χαμογέλασε, και περπάτησε για το σπίτι, κυριαρχώντας ακόμα και ανάμεσα στα δέντρα.

Προτεινόμενη μουσική για να συνοδέψει την ανάγνωση:


 

Μετάφραση: Γιώργος Τσουλιάς

Το διήγημα ανακτήθηκε από τον ακόλουθο σύνδεσμο

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ