Λέων Τολστόι – Ανάσταση

in Pickings
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του Λέων Τολστόι, τότε, ίσως, είναι σαν να μην έχει διαβάσει τίποτα. Ακολουθεί απόσπασμα από το εμβληματικό έργο του Ρώσου συγγραφέα.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ έφθασε στο δικαστήριο από νωρίς. Ήταν ένας ψηλός, γεμάτος άνδρας με μεγάλες γκρίζες φαβορίτες. Ήταν παντρεμένος, μα έκανε μια πολύ άστατη ζωή, όπως και η γυναίκα του. Δεν ενοχλούσαν ο ένας τον άλλο. Σήμερα το πρωί είχε λάβει ένα σημείωμα από την Ελβετίδα γκουβερνάντα που ζούσε στο σπίτι τους το καλοκαίρι∙ του έγραφε πως βρισκόταν ήδη στην Πετρούπολη ερχόμενη από το Νότο και ότι θα τον περίμενε από τις τρεις ως τις έξι στο ξενοδοχείο “Ιτάλια”. Γι’ αυτό και ήθελε ν’ αρχίσει και να τελειώσει γρήγορα τη σημερινή συνεδρίαση, για να προλάβει να επισκεφτεί αυτή την μικρή κοκκινομάλλα, την Κλάρα Βασίλιεβνα, με την οποία είχε μια ερωτική περιπέτεια το περασμένο καλοκαίρι στη ντάτσα του. Μπαίνοντας στο γραφείο του κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε από το κάτω ράφι του ντουλαπιού με τα διάφορα έγγραφα δυο αλτήρες και έκανε είκοσι κινήσεις προς τα πάνω, μπροστά, στο πλάι και προς τα κάτω και στη συνέχεια έκανε γρήγορα δύο βαθιά καθίσματα, κρατώντας τους αλτήρες πάνω απ’ το κεφάλι του. «Τίποτα δεν μπορεί να σε κρατήσει καλύτερα σε φόρμα από ένα καλό ντους και τη γυμναστική», σκέφτηκε ψηλαφίζοντας με το αριστερό του χέρι, μ’ αυτό που φορούσε τη βέρα στον παράμεσο, το
φουσκωμένο ποντίκι του δεξιού του μπράτσου. Ετοιμαζόταν να κάνει δύο ακόμα ασκήσεις (πάντα τις έκανε πριν από το πολύωρο καθισιό της δίκης), όταν η πόρτα άρχισε να τρέμει. Κάποιος ήθελε να την ανοίξει. Ο πρόεδρος έβαλε βιαστικά τα βάρη στη θέση τους και ξεκλείδωσε την πόρτα.

‐Συγγνώμη, είπε.

Μπήκε στο γραφείο ένα από τα μέλη του δικαστηρίου∙ φορούσε γυαλιά με χρυσό σκελετό, ήταν κοντός με ανασηκωμένους ώμους και κατσουφιασμένο πρόσωπο.

‐Πάλι απουσιάζει ο Ματφέι Νικίτιτς, είπε δυσαρεστημένα.
‐Ώστε λείπει; είπε ο πρόεδρος φορώντας τη στολή του.‐ Αιωνίως καθυστερημένος…
‐Η ασυνειδησία του είναι κάτι το καταπληκτικό, είπε ο κακόκεφος δικαστής και πήγε να καθήσει
βγάζοντας τα παπούτσια του.

Ο δικαστής αυτός, άνθρωπος πολύ τακτικός, είχε σήμερα το πρωί μια δυσάρεστη σύγκρουση με τη γυναίκα του, επειδή εκείνη είχε ξοδέψει νωρίτερα από το καθορισμένο χρονικό διάστημα τα χρήματα που της είχε διαθέσει να περάσει το μήνα. Του ζήτησε να της δώσει μια προκαταβολή, εκείνος όμως δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να υποχωρήσει. Έγινε σκηνή. Η γυναίκα του τον προειδοποίησε πως σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα έπρεπε το μεσημέρι να περιμένει φαΐ. Στο σημείο αυτό εκείνος έφυγε απ’ το σπίτι σίγουρος ότι η γυναίκα του θα πραγματοποιούσε την απειλή της, από αυτή όλα μπορούσε να τα περιμένει. «Αυτά παθαίνει όποιος ζει ενάρετα και ηθικά», σκέφτηκε βλέποντας τον εύθυμο και καλοκάγαθο πρόεδρο, που έσφυζε από υγεία, να στρώνει τις φαβορίτες του κι απ’ τις δύο πλευρές του κεντημένου του κολάρου με τα όμορφα άσπρα του χέρια, «αυτός πάντα ευχαριστημένος και εύθυμος, ενώ εγώ βασανίζομαι». Μπήκε ο γραμματέας και έφερε κάποιο φάκελο.
‐ Σας είμαι ευγνώμων, είπε ο πρόεδρος κι άναψε το παπιρόσι. ‐ Ποια υπόθεση θα εκδικάσουμε
πρώτη;
‐Νομίζω αυτή της φαρμακείας, είπε μάλλον αδιάφορα ο γραμματέας.
‐Καλώς, ας είναι η φαρμακεία, είπε ο πρόεδρος καταλαβαίνοντας ότι πρόκειται για υπόθεση που
μπορεί να τελειώσει μέχρι τις τέσσερις και μετά θα είναι ελεύθερος να φύγει.‐Ο Ματφέι Νικίτιτς δεν
φάνηκε ακόμα;
‐Όχι, ακόμα.
‐Ο Μπρεβέ είν’ εδώ;
‐Εδώ, απάντησε ο γραμματέας.
‐Πείτε του, αν τον δείτε, ότι θ’ αρχίσουμε με την υπόθεση της φαρμακείας.

Ο δικαστής αυτός, άνθρωπος πολύ τακτικός, είχε σήμερα το πρωί μια δυσάρεστη σύγκρουση με τη γυναίκα του, επειδή εκείνη είχε ξοδέψει νωρίτερα από το καθορισμένο χρονικό διάστημα τα χρήματα που της είχε διαθέσει να περάσει το μήνα. Του ζήτησε να της δώσει μια προκαταβολή

Ο Μπρεβέ ήταν ένας αντιεισαγγελέας που είχε οριστεί κατήγορος σ’ αυτή τη δίκη. Βγαίνοντας στο διάδρομο ο γραμματέας συνάντησε τον Μπρεβέ. Περπατούσε γρήγορα στο διάδρομο με το κεφάλι χωμένο στους ώμους, τη στολή ξεκούμπωτη, το χαρτοφύλακα υπό μάλης, έτρεχε σχεδόν, χτυπώντας τα τακούνια του και κουνούσε το ελεύθερο χέρι με τέτοιο τρόπο που η παλάμη του έπεφτε κάθετη στην κατεύθυνση που είχε το σώμα του.

‐Ο Μιχαήλ Πετρόβιτς θα ήθελε να μάθει αν είστε έτοιμος, τον ρώτησε ο γραμματέας.
‐Εννοείται, εγώ είμαι πάντα έτοιμος, είπε ο αντιεισαγγελέας.‐Ποια υπόθεση είναι πρώτη;
‐Η φαρμακεία.
‐ Θαυμάσια, είπε ο αντιεισαγγελέας, αλλά κάθε άλλο παρά θαυμάσιο το έβρισκε αυτό. Όλη τη νύχτα
δεν είχε κλείσει μάτι. Είχε ξεπροβοδίσει με την παρέα του έναν φίλο, είχαν πιει πολύ, έπαιξαν
χαρτιά μέχρι τις δύο, μετά πήγαν για γυναίκες σ’ εκείνο τον ίδιο τον «οίκο» που πριν από έξι μήνες
βρισκόταν η Μάσλοβα, κι η υπόθεση της φαρμακείας ήταν αυτή ακριβώς που δεν είχε προλάβει να
μελετήσει, γι’ αυτό ήθελε να της ρίξει μια γρήγορη ματιά. Ο γραμματέας, πάλι, επίτηδες πρότεινε
στον πρόεδρο να εκδικάσει πρώτη αυτή την υπόθεση, γνωρίζοντας ότι ο αντιεισαγγελέας δεν την
είχε διαβάσει. Ήταν άνθρωπος φιλελεύθερος με ριζοσπαστικές μάλλον ιδέες. Ο Μπρεβέ, από την
άλλη πλευρά, ήταν συντηρητικός και, όπως όλοι οι Γερμανοί κρατικοί υπάλληλοι στη Ρωσία,
ιδιαίτερα αφοσιωμένος στην Ορθοδοξία, κι ο γραμματέας τον αντιπαθούσε και εποφθαλμιούσε τη
θέση του.

‐Και τι θα γίνει με τους Σκόπτσι; ρώτησε ο γραμματέας.
‐Είπα ότι δεν είμαι σε θέση να την αναλάβω, απάντησε ο αντιεισαγγελέας, δεν υπάρχουν μάρτυρες,
αυτό πρόκειται να δηλώσω και στο δικαστήριο.
‐Και τι σημασία έχει αυτό;
‐Σας είπα, δεν γίνεται!

Και κουνώντας το χέρι του, μπήκε τρέχοντας στο γραφείο του. Ανέβαλε την δίκη για τους Σκόπτσι εξαιτίας της απουσίας ενός τελείως ασήμαντου και άχρηστου μάρτυρα, μόνο και μόνο επειδή η υπόθεση αυτή εκδικαζόταν σε δικαστήριο όπου οι ένορκοι ήταν άνθρωποι μορφωμένοι και μπορούσε να καταλήξει στην αθώωσή τους. Είχε συμφωνήσει με τον πρόεδρο να ορίσουν δικάσιμο στο περιφερειακό δικαστήριο, εκεί που οι ένορκοι αγρότες θα είναι πιο πολλοί, επομένως θα είναι περισσότερες και οι πιθανότητες οι κατηγορούμενοι να καταδικαστούν. Η κίνηση στο διάδρομο ολοένα και ζωήρευε. Οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί στην αίθουσα του αστικού δικαστηρίου εκεί όπου διεξαγόταν η δίκη για την οποία μιλούσε προηγούμενα στους ενόρκους ο σοβαρός εκείνος κύριος που του άρεσε να παρακολουθεί δίκες. Στο διάλειμμα βγήκε από την αίθουσα εκείνη η γριά που της είχε ρημάξει την περιουσία ο αετονύχης δικηγόρος προς όφελος του πελάτη του, αν και δεν υπήρχε το παραμικρό έρεισμα∙ αυτό το γνώριζαν και οι δικαστές,
πόσο μάλλον ο ενάγων και ο δικηγόρος του, όμως ήταν τόσο έξυπνη η αγωγή του που ήταν αδύνατο να μην της ξαφρίσει την περιουσία. Η γριά ήταν μια χοντρή γυναίκα καλοντυμένη, φορούσε καπέλο που το στόλιζαν κάτι πελώρια λουλούδια. Βγαίνοντας από την αίθουσα, σταμάτησε στη μέση του διαδρόμου, σήκωσε τα μικρά
χοντρά της χέρια και άρχισε να φωνάζει ασταμάτητα μπροστά στον δικηγόρο της: «Τι πράματα είναι αυτά: Κάντε μου τη χάρη! Τι θα γίνει παραπέρα;» Εκείνος κοίταζε τα λουλούδια στο καπέλο της και δεν την άκουγε προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι. Μετά την γριά βγήκε γρήγορα απ’ την αίθουσα του αστικού δικαστηρίου, με το φρεσκοκολλαρισμένο του πλαστρόν ν’ αστράφτει, μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στο πρόσωπο κι ο περίφημος δικηγόρος που με τα τεχνάσματά του η γριούλα με τα λουλούδια έμεινε πανί με πανί κι ο δικός του πελάτης είχε κερδίσει εκατό χιλιάδες ρούβλια, ενώ ο ίδιος πάνω από δέκα χιλιάδες. Όλα τα μάτια στράφηκαν στον δικηγόρο, κι αυτός το ένιωσε και με τον τρόπο που πέρασε γρήγορα πλάι από το συγκεντρωμένο πλήθος έμοιαζε να λέει: «Παρακαλώ να λείπουν οι εκδηλώσεις λατρείας».

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*