Internet picky literature

Οι Δουβλινέζοι, Τζέιμς Τζόυς | Ο Νεκρός, Τζον Χιούστον

in Pickings
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Το προπύργιο στην τεσσάρων δεκαετιών πολύπτυχη καριέρα του Τζον Χιούστον ήταν η αγάπη για τη λογοτεχνία και η έφεση στη συγγραφή. Γοητεύτηκε από τη γραφή του Τζέιμς Τζόις διαβάζοντας τον Οδυσσέα και ήταν το ορμητήριο για να κάνει τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα σαν συγγραφέας. Το 1987 γύρισε τους Δουβλινέζους, μια ταινία του διηγήματος «Ο Νεκρός» από το ομώνυμο βιβλίο του Τζέιμς Τζεις και ήταν το κύκνειο άσμα της φιλμογραφίας του, όντας πλέον αποκαμωμένος και ανήμπορος σε αναπηρικό καροτσάκι.

Οι Δουβλινέζοι είναι μια συλλογή διηγημάτων που διαδραματίζονται από το ξεκίνημα της παιδικής ηλικίας μέχρι και την ενηλικίωση. Περιλαμβάνονται 15 που προοδευτικά συγκλίνουν σε μια συναπτή ιστορία μέσα στο τοπικό δίχτυ του Δουβλίνου. Στον Νεκρό ο Γκάμπριελ Κόνροι, αδέξιος στην κοινωνικότητα, περνάει μια ψυχολογική μετάβαση ύστερα μια σταδιακή επιφοίτηση. Η ιστορία λαμβάνει χώρα το χειμώνα σε ένα ιρλανδικό σπίτι του Λονδίνου,  όπου οι θείες του Γκάμπριελ διοργανώνουν ένα πάρτι. Οι τρόποι διασκέδασης, οι επιφανειακές συζητήσεις και οι κοινωνικές νόρμες που συνακολουθούν μια τέτοια συνάθροιση αρχίζουν να αποξενώνουν τον Γκάμπριελ και μένει αμέτοχος. Ο ίδιος σαν καθηγητής πανεπιστημίου και συντάκτης ευυπόληπτης εφημερίδας περιφρονεί διανοητικά τους υπόλοιπους και ασχολείται περισσότερο με την εντύπωση που θα δώσει ο λόγος του στο δείπνο. Ο Γκάμπριελ κάποια στιγμή κοιτάζει έξω από το παράθυρο και παρατηρεί το χιόνι να πέφτει και καθώς η εικόνα τον συγκινεί, νιώθει πώς σαν άνθρωπος υπαρξιακά συνδέεται με όλους τους υπόλοιπους γύρω τους.

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας και του βιβλίου ένας άνδρας τραγουδάει το The Lass of Aughrim, ένα παραδοασιακό ιρλανδικό τραγούδι, σε μια στιγμή που διαπερνά τους συμβολισμούς της συναισθηματικής ετερότητας, κάνοντας μας να ταυτιστούμε με τα υποκείμενα των φράσεων, αφού ο Τζόυς και ο Χιούστον ενδιαφέρονται για την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων τους. Ο Γκάμπριελ βιώνει έναν ηθικό και πνευματικό ληθαργο που οδηγεί σε συναισθηματική αγονία, με προορισμό την προσωπική του αυτοπραγματωσή και αυτογνωσία. Ο Νεκρός γεφυρώνει την αποσύνθεση και την ηθική παράλυση όλων των προηγούμενων ιστοριών και αποτελεί τον αναμενόμενο επίλογο νοηματοδοτεί τα γεγονότα και σηματοδοτεί τη λύτρωση. Σ’ ένα γράμμα που σύνταξε για τον εκδότη του ο Τζόυς αναφέρει: Η πρόθεση μου ήταν να γράψω ένα κεφάλαιο της ηθικής ιστορία της χώρας μου και διάλεξα το Δουβλίνο σαν σκηνικό, διότι η πόλη έμοιαζε στα μάτια μου σαν ένα κέντρο παράλυσης. Προσπάθησα να το παρουσιάσω στο αδιάφορο κοινό μέσα από τέσσερις οπτικές: παιδική ηλικία, εφηβεία, ωριμότητα και δημόσια ζωή. Η ιστορίες είναι κατανεμημένες σε αυτή τη σειρά. Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος βάζοντας στη γραφή μου μια σχολαστική κακία και με την πεποίθηση ότι ο πρωταγωνιστής είναι ένας πολύ έντονος άνδρας που τολμά να αλλάξει, αλλά και να παραμορφώσει ό,τι έχει δει και ακούσει. Η εκπληκτική αντίληψη του Χιούστον να σέβεται τα οράματα των συγγραφέων προσδίδει στην ταινία την βαρύτονη αισθητική του Τζόυς, ωστόσο δεν συλλαμβάνει την απόλυτη και σκοτεινή ομορφιά του βιβλίου.

 

Το σενάριο συμβαδίζει με τα γραφόμενα του βιβλίου και η ιστορία προσαρμόζεται θεατρικά μπροστά από τον φακό του Χιούστον, ο οποίος μέσω σταθερών πλάνων δεν διστάζει να «νεκρώσει» τη δράση και να μπει τόσο στο μυαλό του Τζόυς όσο και του αναγνώστη/θεατή προβάλλοντας την ιστορία τόσο σκληρά και βαρύθυμα όσο την αισθανόμαστε όσο τη βλέπουμε και την αισθανόμαστε. Η κάμερα στέκεται ακίνητη και άψυχη σε απόλυτη συμφωνία με το φλέγμα των χαρακτήρων που βλέπουμε μες στο βιβλίο.

Ο Τζον Χιούστον γύρισε συμβολικά την τελευταία του ταινία στην Ιρλανδία, ούσα δεύτερη πατρίδα του. Και ακόμα πιο σημασιακό τ’ ότι έδωσε υπόσταση στο θαυμασμό του προς την επιρροή του Τζόυς, χωρίς να προλάβει καν την πρεμιέρα της ταινίας, οπότε ο Νεκρός αλληγορικά μπορεί να θεωρείται ο επικήδειος του, τονίζοντας την κενότητα που τόσο στοχαστικά αγγίζει το βιβλίο, μέσα από μια ξεθυμασμένη ματιά, με φτωχή αλλά σίγουρη φαντασία στις λήψεις του. Στο τέλος πετυχαίνει να ταυτίσει το δικό του βιολογικό του θάνατο με το αναγνωστικό μούδιασμα των Δουβλινέζων. Το ίδιο πάρτι γίνεται κάθε χρόνο, χορεύουν τους ίδιους χορούς, βγαίνει ένας καθιερωμένος λόγος και ο καθένας επωμίζεται το ρόλο του επαναλαμβανόμενα, όπως επαναλαμβανόμενα αργοπεθαίνει η Ιρλανδία.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ