Internet picky literature

Παλιός Καθρέφης.

in Recommended Reading
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Ο ήλιος είχε σφηνώσει στις γρίλιες των παραθυριών, όταν σταμάτησε για λίγο στη μέση της παλιάς, αγαπημένης διαδρομής. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Υγρή και ζεστή άχνιζε η λιμνοθάλασσα, εισχωρώντας βαθιά στα ρουθούνια της που ανοιγόκλειναν άπληστα. Η μυρωδιά της την κυρίευσε, τα μάτια της δάκρυσαν. Δεξιά κι αριστερά οι πελάδες  λικνίζονταν νωχελικά στη φιλόξενη αγκαλιά της,  με  όλα  τα  χρώματα  τ’ ουρανού  να  μπλέκονται  μαγικά  στο θολό νερό της.

Οι γαΐτες μισοβυθισμένες στο πορτοκαλί του δειλινού, έπλεαν σ΄ έναν αργόσυρτο ρυθμό, παραπονιάρη, ραγισμένο, όπως του χρόνου τα κομμάτια.

Η  ίδια  εικόνα  απαράλλαχτη,  μοναδική, τής  έβαψε  τα  μάτια με  μαβιές  και  κίτρινες  πινελιές  που  ο χρόνος  δεν  κατάφερε  όσο  κι  αν πάσχισε  να  ξεθωριάσει. Μικρές  ψηφίδες  ανασύρθηκαν  από   τα  βάθη του   νου  και  της  ψυχής σπεύδοντας να  ενωθούν σε  μια ματιά, σε μιαν  ανάσα,  σ΄ έναν  αναστεναγμό  ώστε  να στεριώσει  το  βήμα, να  πατήσει  τα  γνώριμα  χνάρια,  να  βρει  το  δρόμο  εκείνον τον παλιό, πάνω  στους  τριζάτους  ξύλινους  πασσάλους.

Γύρισε στην πόρτα το κλειδί που αντιστάθηκε για λίγο, μα στο δεύτερο τριγμό υποχώρησε  σα να ΄ταν μόλις  χθες  που στριφογύριζε στην κλειδαριά. Η πελάδα μύριζε  ξεραμένο  φύκι  και  σάπιο  ξύλο  μπροστά  στο  καταδεκτικό φως  του  ήλιου που πριν βυθιστεί στη λιμνοθάλασσα, άφησε μιαν αχτίδα αλμυρισμένη για το καλωσόρισμα.

Ο παλιός  καθρέφτης  ήταν  εκεί.  Στο  άνοιγμα  της  πόρτας  με  την  ξύλινη  κορνίζα του,  το  θολό  του  γυαλί, το  σαρακοφαγωμένο  του  πόδι, σα  να  απάντησε  στο πρώτο  τρίξιμο  του  ξύλινου  δαπέδου, σα  να  σάλεψε  ελαφρά  κι  έγειρε  μπροστά καθρεφτίζοντάς  την  σχεδόν  ολόκληρη.  Στο  πλάι  του  είχε  ξεμείνει  κι   ο παμπάλαιος, ψηλός  καλόγηρος  από  ξύλο  καρυδιάς,  με  τ΄ απομεινάρια  των συναισθημάτων  εκεί  που  άλλοτε  κρέμονταν  τα  καπέλα  κι  οι  ομπρέλες.

Ομπρέλες  μαύρες  κι   ένα θλιβερό  ψιλόβροχο  έξω  από  την  εκκλησία  του  Αγίου Σπυρίδωνα, καπέλα  με  μαύρες  πλερέζες  και  οι  μαύρες  καστόρινες  γόβες  που φορούσε  η  μητέρα  της  εκείνο  το  πρωί. Ο  λατρεμένος  της  πατέρας  είχε  φύγει  για πάντα, τυλιγμένος  σ΄ ένα  σύννεφο  από  ψίθυρους  σχετικά  με  την  αρρώστια του, στις  μπερδεμένες  αναμνήσεις  ενός  κοριτσιού  έξι  χρονών, στα  θλιμμένα μάτια  που  δέσποζαν  στα  πρόσωπα  και  στα  χέρια, πολλά  χέρια  που  την  πήγαιναν εδώ κι  εκεί, να  μη  δει, να  μην  θυμάται, να  μην  προλάβει  να  δακρύσει.

Λίγο  καιρό  πριν  στην  τελευταία  βόλτα  τους  στην  Κλείσοβα  με  τη  γαΐτα, της τραγουδούσε  τα  λόγια  που  νόμιζε  πως  γράφτηκαν  για  εκείνη, την αγαπημένη  του  κόρη «…έλα  στην  πόλη  αρχόντισσα,  ρήγισσα  να  σε  κάνω,  να  σε  καθίσω  σε χαλιά  και  σε  μετάξια  επάνω…»5  Μεγάλη  του  αδυναμία  η  Άννα  μετά  από  δυο αγόρια, καμάρι  κρυφό  αν  και  ακολούθησε  η  Φανούλα, το  στερνοπούλι, μα  ήταν βρέφος  εκείνο  τον  καιρό  κι  η  μάνα  της  είχε  όλο  το  βάρος  της  φροντίδας  του.

Το  στοργικό  του  χέρι  που  μέσα  του  είχε  βουλιάξει  το  δικό  της  την  πρώτη μέρα  στο  σχολείο, με  την  μπλε  της  ποδιά  και  τα  λευκά  σοσόνια, το  δειλό  της  πάτημα  στην  εξώπορτα  που  συνοδεύτηκε  με  το  γλυκό του  βλέμμα,  χάραξε  τα  βήματα  της  και  της  είπε  τόσα  πολλά  δίχως  ν΄αρθρώσει  λέξη.  Χάθηκαν  όλα  τόσο  ξαφνικά  σα  να  τα  σάρωσε  ανεμοστρόβιλος.  Πώς  από  μικρή  αρχόντισσα έγινε  το  ορφανό,  πώς  τα  βλέμματα  θαυμασμού  έγιναν  οίκτος,  πώς  οι  γονείς  του  πατέρα  της  που  ποτέ  δεν  πίστεψαν  αυτό τον  γάμο  του  μοναχογιού  τους-αρχοντόπουλο, μορφωμένο  και  με  θέση  καλή  στο  τελωνείο  της  Πάτρας- με  μια φτωχή, ασήμαντη  κοπέλα, ταπεινής  οικογένειας  ψαράδων! Την  έκλεψε  ένα  βράδυ που  η  βροχή  και  η  υγρασία  περόνιαζε  τον  τόπο  όλο. Κρυψώνα  και  καταφύγιο το  μοναστήρι  του  Αη  Συμιού6,  μέχρι το  ξημέρωμα.  Όλη  τη  νύχτα  κάτω  από  το μεγάλο  πλατάνι  στον  περίβολο,  ο  ένας  στον  κόρφο  του  άλλου,  πουλιά κυνηγημένα  στης  πρώτης  νιότης  τον  καημό,  άμυαλοι,  φευγάτοι.

Η  υγρασία  τούς  τρυπούσε  τα  κόκαλα  κι  ήταν  ο  ύπουλος  εχθρός,  σαράκι  που τον  έτρωγε  για  χρόνια  μετά,  ώσπου  να  ρίξει  οριστικά  την  αυλαία  σε   μια ζωή που  φαίνονταν  πως  θα  κυλήσει  χαρισάμενη, σ΄ ένα  τρελό  όνειρο  που  χωρίς  δεύτερη  σκέψη  έπλασαν  οι  άγουρες  καρδιές.

Μετά  τον  θάνατο   του  πατέρα  της  δεν  είχαν  θέση  πια  στο  πατρικό  του  σπίτι. Η πελάδα  του  ψαρά  παππού  άνοιξε  την  πόρτα  της  για  λίγο  και  τους  υποδέχτηκε μαζί  με  τη  μιζέρια  της. Τ΄ αγόρια  που  ήταν  μεγαλύτερα  έφυγαν  ο  ένας  στα καράβια  κι  ο  άλλος  εθελοντής  στο  πολεμικό  ναυτικό.  Η  Αθήνα, μια  ξένη γη, άχρωμη  κι  άοσμη  φάνταζε  η  καλύτερη  λύση. Η  Άννα  στο  οικοτροφείο  θηλέων στη  Ν.Σμύρνη και  η  Φανή  με  τη  μάνα  τους.

Γύριζαν  οι  μέρες,  οι  μήνες,  σ΄ ένα  ατέλειωτο  στροβίλισμα  από  το  τέλος  στην  αρχή  και  πάλι  από  την  αρχή,  ξανά  και  ξανά… Πόσο  μίκρυναν  οι  αποστάσεις, πόσο  κοντά  ήρθε  το  χθες  και  κόλλησε  στο  σήμερα, σκεφτόταν, με  το  ίδιο  βαρύ συναίσθημα.  Ο  καθρέφτης  με  το  κουτσό  πόδι  και  το  θολό  μάτι  βουτώντας  βαθιά  στο  παρελθόν, αδίστακτα,  δίχως  ίχνος  συμπόνοιας  συνέχιζε  την  προβολή του  με  ό,τι  φύλαγε  καλά  κρυμμένο  όλα  τούτα   τα χρόνια.

Στιγμές  χαράς,  χαμόγελα,  αγκαλιές,  φιλιά,  το  καινούριο  φουστάνι  στη  γιορτή της,  ο  πατέρας  ψηλός  με  τα  σγουρά  του  μαλλιά  να γυαλίζουν  στο  φως. Η μεγάλη  του  αγκαλιά  όταν  γύριζε  απ΄ τη  δουλειά  και  την  στριφογύριζε  πετώντας την  ψηλά. Κι  ύστερα  τα  δήθεν αθώα  χάδια  του  θείου,  στους  άσπρους, καλοσχηματισμένους  της  ώμους  και  «ξεντύσου  Αννούλα  μην  ντρέπεσαι  από μένα…άσπρη  που είσαι…».  Όλα  προβάλονταν  ζωντανά  με  ήχους  και  χρώματα στο  γυαλί  που  έτρεμε  θολωμένο  θαρρείς  από  τις  ανάσες  τους,  τα βλέμματα, τις σκιές  τους.

Κυλούσε  ο  χρόνος  αμείλικτος. Στη  βιοτεχνία  κουτιών  κάπου  στα   Πετράλωνα,  λίγο  πριν  κλείσει  τα  δεκατέσσερα, ο  εργοδότης  την  έκρυβε στο  υπόγειο  μαζί  με άλλες  τρεις  ανήλικες  όταν  ερχόταν  οι  ελεγκτές  εργασίας  και  στα  δεκάξι  στο εργοστάσιο  κλωστοϋφαντουργίας,   ο θόρυβος  των  μηχανών  σκόρπιζε  τις  κουβέντες  των  κοριτσιών  που  δούλευαν  μαζί  της  φλυαρώντας   συνεχώς  για  τα φωτορομάντζα  που διάβαζαν  στα  περιοδικά. Ιστορίες  με  πλούσιους  νέους  που αγάπησαν  φτωχοκόριτσα  κι  έκτοτε   εκείνα  έζησαν  μέσα  στα  πλούτη  και  την πολυτέλεια  δίχως  να  χρειαστεί  να  δουλέψουν  ξανά.

Μα  ας  κλείσει  κάποιος  ετούτη   την  παλιομηχανή.  «Ποιος  θέλει  να  δει  αυτό  το έργο,  ποιον  ενδιαφέρει;»  μονολόγησε  φωναχτά,  χτυπώντας  δυνατά  τα  πόδια  της στο  ξύλινο  πάτωμα  που  έτριζε  επικίνδυνα.  Πετάχτηκε   έξω  κοιτάζοντας  γύρω της  τρομαγμένα. Τα  μάτια  της  είχαν  θολώσει  καθώς  ο  χρόνος  είχε  υποχωρήσει  βυθισμένος  στα  σαθρά  του  θεμέλια.  Είχε  σκοτεινιάσει  κι  είχαν  ραγίσει μέσα  της  όλα  τα  κομμάτια. Τα  νερά  της  λιμνοθάλασσας  γυάλιζαν  ατάραχα, νωχελικά, αφημένα  στην  ησυχία  τους,  τυλίγοντας  στον  μαυλιστικό  τους  χορό  ένοχα μυστικά, όνειρα  μεγάλα,  ξεχασμένα, μια  πίκρα  ατέλειωτη,  δεμένη  σ΄ ένα  παρελθόν  που  δεν  ξεθώριασε  ποτέ.

Η  προβολή  στον  καθρέφτη  συνεχιζόταν  ακατάπαυστα. Κανένα  ράγισμα  δεν στάθηκε  ικανό  να  τον  κομματιάσει, να   τον  θρυματίσει  εντελώς,  να  πάψει   πια  να   την  βασανίζει. Ένιωθε  πως  κάθε  κομμάτι  ακόμα  και  στο  τελευταίο  του μόριο  ήταν  ικανό  να  αναστήσει  όλα  εκείνα  που  έπρεπε  με  κάθε  τρόπο  να σβήσουν  για  πάντα.  Μπήκε  πάλι  μέσα  αλαφιασμένη, άρπαξε  με  ορμή  την τσάντα  της  και  χύμηξε  στο δρόμο  αγρίμι  λαβωμένο. Τι  νόημα  είχε  αυτή   η επιστροφή;  Τι  νόμιζε  απ΄ όλα  πως  είχε  λησμονήσει;

Στάθηκε  ξέπνοη  στο  πρώτο  παγκάκι  που  βρέθηκε  μπροστά  της  μετά  από  το μανιασμένο  τρέξιμο  στα  στενά  της  πόλης. Το  στήθος  της ανεβοκατέβαινε  χωρίς ρυθμό  με  κοφτές, βαριές  ανάσες. Έστρεψε  για  λίγο  το  κεφάλι  κοιτάζοντας  πίσω. Διαπίστωσε  με  τρόμο  πως  η  ζωή της  σε  πλάνο  βουβό, παιζόταν  ακόμα.

Μαριάνθη Πλειώνη

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ