Internet picky literature

Παραδομένος στο όνειρο.

in Recommended Reading
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Στο νησί, το λιμάνι δεν μοιάζει με την υπόλοιπη πόλη. Εκεί, η πόρτα για τη θάλασσα είναι πάντα ανοιχτή, για να την κλείσεις να φύγεις, για να την ανοίξεις να επιστρέψεις, γι’ αυτό με το που φτάσεις μυρίζει ελευθερία. Όσοι ξυπνούν εκεί, νιώθουν πως η ζωή είναι πιο μεγάλη, μεγάλη όσο η θάλασσα, και πιο όμορφη, όμορφη όπως το μπλε. Οι λιμανιώτες αφήνουν τα γένια τους μακριά και τον Μάιο περπατούν στη προκυμαία με ξεκούμπωτο το πουκάμισο, όταν βγαίνουν στ’ ανοιχτά με τη βάρκα, διαβάζουν τα σύννεφα, και περιμένουν τη στιγμή της βροχής και του κεραυνού, ο βοριάς φυσάει πρώτα τα μαγουλά τους και ύστερα τη θάλασσα. Και στη θάλασσα και στη στεριά είναι ανήσυχοι, σαν το κύμα.

Ο Αντώνης γεννήθηκε στο λιμάνι, πρώτα έμαθε να πιάνει χταπόδια και ύστερα να γράφει. Άφησε νωρίς το σχολείο και ο πατέρας του τον έστειλε στα καράβια, ταξίδεψε λίγα χρόνια και επέστρεψε στη στεριά του και στο λιμάνι της. Τα τελευταία χρόνια πηγαίνει στο ξυλουργείο και βοηθά τον θείο του στη φούρια της δουλειάς. Το καλοκαίρι λίγο πριν πέσει ο ήλιος, φορτώνει τα δίχτυα στη βάρκα του, την Ευτυχία και πηγαίνει για ψάρεμα στ’ ανοιχτά.

Ό, τι πιο όμορφο βλέπουν οι άνθρωποι, όταν κοιτούν τη θάλασσα, εκείνος, με την Ευτυχία το ‘χει δει ακόμα πιο ωραίο. Έχει ταξιδέψει με όλες τις αποχρώσεις του μπλε, έχει δει ουρανό και θάλασσα σφιχταγκαλιασμένοι να γίνονται ένα, έχει ακούσει τον ήλιο να τον φωνάζει, όταν καίγεται στον ορίζοντα. Όταν φεύγει απ’ το λιμάνι μακριά και δεν βλέπει πια στεριά, παρά μόνο ουρανό και θάλασσα, στη βάρκα μέσα, μόνος, νιώθει πιο ελαφρύς, σαν να μην έχει βάρος ανθρώπινο, καθώς λικνίζεται ελαφρά, νιώθει πως γίνεται ψαροπούλι χορτασμένο, που σχίζει χαρούμενο ουρανούς και θάλασσες. Παραδομένος στο όνειρο, και με την τελευταία ανάσα του ήλιου να του φυσάει τα μαλλιά καμιά φορά αποκοιμιέται και βλέπει στη βάρκα του να φυτρώνουν φύκια, να γεμίζει νερά και κοχύλια‧ καθώς βυθίζεται  νιώθει να τον πλησιάζουν δελφίνια και μέδουσες και χελιδονόψαρα που στέκονται δίπλα του και τα χαϊδεύει απαλά με τα δάκτυλα του, και το νερό που τον αγκαλιάζει. όπως δεν τον έχει αγκαλιάσει κανείς είναι ζεστό, όπως ήταν το παιδικό του κρεβάτι τις νύχτες.

Όταν τον ξυπνά το κύμα, είναι νύχτα και κάνει ψύχρα, βιαστικά γυρίζει στο λιμάνι με στεγνά τα δίχτυα‧ η γυναίκα του ξαπλώνει δίπλα του, τραβώντας με βία τα σεντόνια, κάθε φορά που αργεί τα βράδια. Τον Ιούλιο, που πιάνουν τα μελτέμια αφήνει την Ευτυχία δεμένη και πηγαίνει στο μόλο να ψαρέψει με τις πετονιές. Περιμένοντας να τσιμπήσει, πιάνει κουβέντα με τους ψαράδες, που κατεβαίνουν στο λιμάνι για να πιάσουν σαργούς και λαβράκια. Απόψε στάθηκε δίπλα στο θείο του, που είχε κάτσει από νωρίς, σ’ απόμερο σημείο.

-Αντώνη έπιασες τίποτα χτες ;

-Δεν είχε τίποτα, μπάρμπα.

-Ο Δημήτρης μου είπε πως έβγαλε δέκα κιλά γόπες χτες.

-Δεν ξέρω εγώ τις ξέρες, που πάει και ψαρεύει.

-Αφού σου ‘χω πει, πού πάει βρε Αντώνη.

-Ε εγώ πάω αλλού!

-Πού πάς βρε Αντώνη; σου τραγουδούσαν πάλι οι γοργόνες και κοιμήθηκες

στη βάρκα;        

-Ω άσε με, μπάρμπα!

Δεν έμεινε πολύ στο μόλο, γύρισε νωρίς στο σπίτι, ήπιε ένα ποτήρι κρασί στην αυλή κάτω απ’ τη λεμονιά, είπε δυο κουβέντες με τη γυναίκα του, πήγε στο κρεβάτι πριν από εκείνη. Με το θαλασσινό αέρα να φουσκώνει τις κουρτίνες στο ανοιχτό παράθυρο αποκοιμήθηκε, χαϊδεύοντας με τα δάκτυλα του το σεντόνι, όπως ρίχνει το χέρι του, στο νερό και χαϊδεύει τη θάλασσα, όταν φεύγει με την Ευτυχία από το λιμάνι.

Μια ιστορία της Φανής Καλαμπόκη.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ