Internet picky literature

Το μικρό κεράκι

in Recommended Reading
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

«Γρήγορα, θα αργήσουμε για την πρόβα!». Ο μικρός Ανέστης, το κεράκι, έτρεχε με τον φίλο του, τη  μέλισσα, να πάνε στην μεγάλη αίθουσα του θεάτρου μουσικής, όπου σε λίγες μέρες θα γινόταν μια πολύ μεγάλη συναυλία προς τιμήν της Άνοιξης που ξεκινούσε. Όλοι οι γνωστοί του, όλα τα κεριά εκπαιδεύονταν όλη τους ζωή να φωτίσουν εκείνη τη μέρα τη σκηνή όσο πιο πολύ μπορούσαν.

«Άντε, Ανέστη! Πάλι κοίταζες έξω και ξεχάστηκες; Σχεδόν ξεκίνησαν!». Ήταν η Άννα, η γειτόνισσά του στα ράφια.

«Συγγνώμη, έφτασα» και στάθηκαν στην σειρά όπως έπρεπε για να δουν που θα έπρεπε να σταθούν τη μεγάλη βραδιά. Μία μεγάλη γυναίκα τους έπαιρνε δυο-δυο και τους τοποθετούσε στη σκηνή. Ήταν η διακοσμήτρια του θεάτρου.

«Καλύτερα να βάλουμε περισσότερα δεξιά, γιατί αριστερά θα είναι η ορχήστρα με τα βιολιά» έλεγε ένας κύριος με καπέλο που στεκόταν κάτω από τη σκηνή και κοίταζε. «Βάλε τα μεγάλα πίσω και τα μικρά κυκλικά μπροστά εκεί στην άκρη να φαίνονται». Εκείνη πήρε δύο μεγάλα κεριά και προχώρησε στο πίσω μέρος της σκηνής.

«Πω πω!» έκανε ο Ανέστης βλέποντάς τα «Είναι οι γίγαντες της γενιάς μας. Το φως τους είναι τριπλάσιο από το δικό μας» παρατήρησε με θαυμασμό, μα τα άλλα κεριά τον κορόιδεψαν.

«Από το δικό σου φως μπορεί, μικρέ! Όχι όμως και από το δικό μας!». Ήταν ο Μιχάλης που τον ανταγωνιζόταν και θεωρούσε συνέχεια κατώτερο επειδή ήταν μικροκαμωμένος και αδύναμος. Οι άλλοι γύρω γέλασαν γυρίζοντάς του την πλάτη και ο Ανέστης στεναχωρήθηκε.

«Μην τους ακούς, δεν ξέρουν» του είπε ο φίλος του, η μέλισσα, που πέταγε δίπλα του και εκείνος έγνεψε γυρίζονταν το κεφάλι του προς τους γίγαντες. Θα τους θαύμαζε, ό,τι και αν έλεγαν οι άλλοι.

«Λοιπόν, πάμε πάμε γρήγορα για να προλάβουμε!». Πάλι ο κύριος με το καπέλο. Τότε ανέβηκε και άλλη μια νεαρή κυρία στη σκηνή και βάλθηκαν με την άλλη να μετακινούν τα κεριά από εδώ και από εκεί.

«Ωραία, η σειρά μου!» φώναξε ο Ανέστης όταν τον έπιασε η κυρία χαμογελώντας. Ήταν ευτυχισμένη και το χαμόγελό της έκανε την μέρα πιο όμορφη. Πλησίαζαν τους γίγαντες και ο Ανέστης ανυπομονούσε, θα τον έβαζαν μπροστά τους, εκεί να παίρνει δύναμη από τις φλόγες τους. Αλλά όχι, μια στροφή αριστερά, μπροστά, πίσω, πίσω και άλλο πίσω. Μα, πού;

Κοίταξε τον φίλο του φοβισμένος που τους ακολουθούσε. Η νεαρή κοπέλα τον άφησε πάνω σε ένα τραπέζι πίσω στην άκρη της σκηνής, δίπλα στις κουρτίνες. Αυτός και άλλοι δύο εκεί, πιο πίσω από τους γίγαντες. Μα, πώς θα φαίνονταν;

Τεντώθηκε, έκανε να δει μπροστά, μα δεν τα κατάφερε.

«Δεν βλέπω τίποτα από εδώ» είπε απογοητευμένος.

«Είμαστε οι πιο αδύναμοι εδώ, μη σε νοιάζει» είπε το άλλο κερί που στεκόταν απέναντί του. Το τρίτο δίπλα κοιμόταν.

«Ποιος έκρινε;».

«Όλοι».

Κοίταξε γύρω, περίμενε αυτή τη στιγμή όλη του τη ζωή, είχε δουλέψει πολύ, πάλευε να φανταστεί πως λάμπει όσο κανένας, προσπάθησε… και τώρα. Όχι! Δεν θα το δεχόταν. Βάλθηκε να κουνηθεί.

«Ανέστη τι κάνεις; Θα πέσεις και θα σπάσει!» ο φίλος του ανησύχησε που τον έβλεπε ταραγμένο.

«Θα με βάλουν αλλού! Μπορώ να τα καταφέρω!» και έκανε ένα βήμα στο κενό. Θα έπεφτε, αλλά η νεαρή κυρία τον έπιασε και τον έβαλε ξανά στο τραπέζι.

«Πού πας; Εδώ είναι η θέση σου» είπε αόριστα και γέλασε με τον εαυτό της.

Εκεί ήταν η θέση του. Έσκυψε το βλέμμα παίρνοντάς το με βαριά καρδιά απόφαση. Εκεί ανήκε, πίσω, στο τρομαχτικό σκοτάδι. Μα, πώς θα φώτιζε εκεί πίσω;

«Μη στεναχωριέσαι. Κοίτα, από εδώ φαίνεται το παράθυρο μέσα και ο ουρανός» του είπε ο φίλος του και έδειξε δίπλα από την κουρτίνα μακριά στο παρασκήνιο όπου υπήρχε ένα παράθυρο μισάνοιχτο.

«Ναι, εντάξει», αλλά δεν τον παρηγορούσε ούτε αυτό και ας του άρεζε να θαυμάζει τα αστέρια. Αναστέναξε και γύρισε την πλάτη στους άλλους μπροστά που τον έδειχναν και γελούσαν. Τον κορόιδευαν επειδή ήταν διαφορετικός, τόσο μικρός.

 

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα. Ο χειμώνας αποχαιρετούσε τον κόσμο με βροχές. Ο μικρός Ανέστης δεν το έβαλε κάτω, ανυπομονούσε να ζήσει τη μεγάλη νύχτα, να ανάψει τη φωτιά του, ακόμη και να δεν φαινόταν μπροστά στο κοινό μακριά. Ήξερε πως οι αγαπημένοι του φίλοι, τα Αστέρια, θα τον έβλεπαν. Εξάλλου, ήταν κοντά στο παράθυρο. Χαμογέλασε με ελπίδα.

Η μεγάλη νύχτα είχε επιτέλους φράσει! Όλα ήταν έτοιμα και στολισμένα. Οι μουσικοί είχαν αρχίσει να μαζεύονται και ο κόσμος να γεμίζει τις άδειες θέσεις του θεάτρου. Θα ήταν πάνω από χίλιοι άνθρωποι.

«Πω πω δες τι πολύς κόσμος. Όλοι ήρθαν για να γιορτάσουν την Άνοιξη!» έλεγαν οι γίγαντες μπροστά του και δεν μπορούσε να μην τους ακούσει και να νιώσει ανυπόμονος.

«Άξιζε τον κόπο η αναμονή. Σήμερα θα μας δουν όλοι και να θαυμάζουν το φως μας».

«Είναι ο λόγος της ύπαρξής μας».

Ο Ανέστης ανυπομονούσε τόσο… ήταν ενθουσιασμένος!

«Μα δες πόσοι πολλοί άνθρωποι» είπε το κερί απέναντί του και ο Ανέστης τεντώθηκε.

«Δε βλέπω καλά» είπε.

«Και να οι μουσικοί!» συνέχισε ο φίλος του και έδειξε πίσω από τις κουρτίνες στο παρασκήνιο. Γύρισε και κοίταξε. Άνθρωποι που μαζεύονταν με βιολιά, βιόλες, φλάουτα, τρομπέτες, παρτιτούρες… «Σε λίγο θα ξεκινήσει». Έκλεισαν οι κουρτίνες τις σκηνής. Οι μουσικοί άρχισαν να παίρνουν τις θέσεις τους στις καρέκλες πάνω άλλοι μιλώντας και άλλοι σκεφτόμενοι. Μια κυρία άρχισε να ανάβει τα κεριά.

«Τέλεια! Τέλεια, Πέτρο ξύπνα!». Το κερί απέναντί του σκούντηξε τον διπλανό του που πάντα κοιμόταν.

«Εεε ναι! Τι έγινε;» έκανε εκείνος ξυπνώντας.

«Ξεκινάμε!».

«Ααα τέλεια, επιτέλους!».

Ο Ανέστης κοίταξε τον φίλο του, την μέλισσα, που καθόταν δίπλα του στο τραπέζι. Δεν μπορούσε να λείπει από πλάι του μια τόσο σημαντική νύχτα. Κράτησε την αναπνοή του τη στιγμή που η κυρία έβαζε τον αναπτήρα πάνω στο φιτίλι του. Και ναι, είχε ανάψει και ήταν τόσο όμορφη, αν και μικρή, η φλόγα του. Μετά εκείνη έφυγε, τα φώτα έσβησαν, για λίγο σιωπή και σκοτάδι. Ένοιωθε τη ζεστασιά της φωτιάς να ηρεμεί την ψυχή του και καθώς οι κουρτίνες αποκάλυπταν στο κοινό τα δεκάδες κεριά, η ορχήστρα άρχισε να παίζει μουσική.

Είχε ξεκινήσει. Χειροκρότημα και μετά μονάχα βιολιά. Βιολιά που έπαιζαν την ‘’Άνοιξη’’ του Μότσαρτ. Όλα τα κεριά φώναζαν και τραγουδούσαν ευτυχισμένα. Ζούσαν τις ωραιότερες στιγμές της ζωής τους και μαζί τους συμμετείχε και ο Ανέστης με τους ιδιαίτερους φίλους του τα κεριά και την μέλισσα. Μπορεί να ήταν πίσω, μακριά επειδή ήταν πολύ μικρός, να μην έβλεπε, αλλά άκουγε και ένιωθε τον ενθουσιασμό, την ομορφιά της ζωής. Έκλεισε τα μάτια και δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, μονάχα πως βρισκόταν εκεί που ήθελε: στη μεγάλη σκηνή και φώτιζε όσο μπορούσε. Ήταν η πιο ευτυχισμένη νύχτα της ζωής του.

Μα, τότε, εκείνη την υπέροχη στιγμή συνέβη κάτι περίεργο. Ξαφνικά, φύσηξε αέρας από το ανοιχτό παράθυρο  στο παρασκήνιο και η φωτιά του μικρού Ανέστη αδύναμη καθώς ήταν, έσβησε. Άνοιξε τα μάτια νιώθοντας την παγωνιά και κοίταξε κατατρομαγμένος τον φίλο του, τη μέλισσα, που ξαφνιάστηκε.

«Μα, τι έγινε;» ρώτησε το άλλο κερί απέναντι.

«Δεν ξέρω» είπε ο Ανέστης έτοιμος να βάλει τα κλάματα νιώθοντας μια μεγάλη θλίψη.

«Έσβησε η φωτιά του…» είπε το άλλο, ο Πέτρος και κοιτάχτηκαν. Ο μικρός Ανέστης έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του, προσπάθησε να ξανάψει τη φωτιά του από τους άλλους, πάλεψε, τεντώθηκε, τραβήχτηκε, αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Δεν έφτανε τη φλόγα τους και δεν υπήρχε κανείς για να τον βοηθήσει.

Η φλόγα του είχε σβήσει. Είχε αποτύχει να εκπληρώσει το σκοπό της ύπαρξής του: να φωτίσει τη σκηνή τη νύχτα της γιορτής. Αυτό δεν μπορούσε να μην του χαλάσει κάθε ευτυχία.

«Απέτυχα! Είναι άδικο! Ο άνεμος είναι άδικος!» φώναξε κλαίγοντας και οι άλλοι δεν ήξεραν πώς να τον παρηγορήσουν. Ήθελε να ζήσει τόσο αυτή τη στιγμή προσπερνώντας όλα τα πειράγματα των άλλων και συνέχισε να ελπίζει πως θα ήταν μια τεράστια βραδιά. Μα να που τώρα όλα διαλύθηκαν! Ήταν απαρηγόρητος.

 

Η βραδιά πέρασε και τα δάκρυά του είχαν στεγνώσει. Το θέατρο και η σκηνή ήταν άδεια πλέον. Όλοι είχαν φύγει, εκτός από μια κυρία που μάζευε όλα τα κεριά. Είχαν γίνει άνεμος, είχαν ζήσει.

«Ααα εσύ πώς έμεινες;» ρώτησε και δεν τον έβαλε με τους άλλους. Τον άφησε πάνω στο περβάζι του παραθύρου στο παρασκήνιο και έφυγε. Ένοιωσε μόνος, πιο μόνος από ποτέ ξέροντας πως δεν θα ξαναδεί κανέναν γνωστό του και δεν θα ανάψει σε γιορτή.

Η μέρα πέρασε με εκείνον να κοιτάζει έξω χαμένος σε σκέψεις, ώσπου βράδιασε και έμεινε μονάχα με τον φίλο του, την μέλισσα.

«Ό,τι και αν συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιο λόγο. Να είσαι ευτυχισμένος» του είπε ο φίλος του απαλά.

«Έχασα τη μεγαλύτερη στιγμή στη ζωή μου».

«Ναι, αλλά θα δεις, θα κερδίσεις μια καλύτερη» είπε και του χαμογέλασε γλυκά. Δεν θα τον καταλάβαινε, μα κοίταξε έξω μακριά τα Αστέρια και τότε, ένοιωθε ξαφνικά μια απρόσμενη τρυφερή γαλήνη να τον αγκαλιάζει. Ο φίλος του είχε δίκιο. Έτσι δεν ήταν; Θα του συνέβαινε κάτι καλύτερο, ναι! Δεν είχε έρθει το τέλος του κόσμου! Δεν έπρεπε να το βάλει κάτω! Ο μικρός Ανέστης πήρε μια βαθιά ανάσα και αποδέχτηκε τον κόσμο, τη στιγμή, την ύπαρξή του. Ήταν μικρότερος από όλους, διαφορετικός ναι, μα θα συνέχιζε να ελπίζει και να χαμογελάει.

«Πίστεψε στα όνειρά σου. Η πίστη θα σε κάνει ανίκητο» του είπε ο φίλος του χαμηλόφωνα. Ο Ανέστης σώπασε, κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό, έκλεισε τα μάτια  και ευχήθηκε με όλη την αθώα του ψυχούλα να γίνει η φωτιά του λαμπερή, όπως το φως των άστρων.

Ήταν μια στιγμή γαλήνια, τότε του η φύση ηρεμεί με τον άνεμο να χαϊδεύει τα φύλλα των δέντρων και να νανουρίζει τα φώτα από τις λάμπες. Τότε που πρόβαλε η φωτεινή Σελήνη στο χορτάρι χωρίζοντας τις αγκαλιασμένες σκιές. Ο κόσμος μεταμορφωνόταν σε παραμύθι. Ήταν η στιγμή που ο μικρός Ανέστης ήλπισε ξανά πως θα τα καταφέρει.

Και να! Συνέβη κάτι υπέροχο!

«Τι είναι;».

«Κοίτα!» ο φίλος του έδειχνε τον ουρανό. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους! Ένα αστέρι, ένα μικρό αστέρι πλησίαζε αργά και ταπεινά κοντά τους και όσο ελαττωνόταν η απόσταση, τόσο πιο όμορφο γινόταν.

«Η μητέρα Σελήνη σε θέλει κοντά της. Επιλέχτηκες να γίνεις άστρο του ουρανού» μίλησε στον Ανέστη γλυκά και εκείνος κοίταξε τον φίλο του τόσο μα τόσο ευτυχισμένος.

«Τι; Αλήθεια;!». Ήταν σαν όνειρο!

«Ναι, αλήθεια. Σε περιμένουμε». Τα ματάκια του φωτίστηκαν όλο δύναμη και ξαφνικά η φλόγα του άρχισε να λάμπει, μα ήταν το φως της αυτή τη φορά διαφορετικό, πιο δυνατό. Το όνειρό του, εκείνο το υπέροχο όνειρο που είχε εγκαταλείψει για λίγο, τώρα γινόταν πραγματικότητα.

«Δεν το πιστεύω, φίλε. Ακούς;».

«Είμαι περήφανος για σένα, Ανέστη!» και αγκαλιάστηκαν για να αποχαιρετιστούν.

«Θα σε κοιτάζω από ψηλά, μη με ξεχάσεις» είπε στο φίλο του συγκινημένος.

«Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω όσο υπάρχει ο ουρανός. Θα σε κοιτάζω κάθε βράδυ και θα λέμε καληνύχτα». Έγνεψε και έπιασε το χέρι του αστεριού που τον περίμενε υπομονετικά. Έφυγαν για τον ουρανό και ο διαφορετικός- μικρός Ανέστης βρήκε την ευτυχία στην αγκαλιά της μητέρας του, της αρχόντισσας Σελήνης. Έλαμπε πια κάθε βράδυ και ήταν η ορχήστρα της φύσης και όλοι οι άνθρωποι του κόσμου που τον θαύμαζαν!

Ένα παραμύθι της Σπυριδούλας Παυλιδου. 

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ