Το Αυτό – Κριτική του βιβλίου: Όλοι επιπλέουν εδώ κάτω, Τζόρτζι

in Κριτικές

Υπάρχουν αρκετοί συγγραφείς που γνώρισαν το απόγειο τους σε σχετικά μικρή ηλικία, με την πένα τους να χάνει σταδιακά την λάμψη της καθώς τα χρόνια άρχισαν να περνούν. Ειδικά στον χώρο του τρόμου ή του φανταστικού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι δημιουργοί είτε απέκτησαν τέτοια εμμονή με το έργο τους που εκείνο απογειώθηκε κι εκείνοι έχασαν το μυαλό τους είτε ωρίμασαν φυσιολογικά ως άνθρωποι και τα γραπτά τους ακολούθησαν μια φθίνουσα πορεία. Ο Stephen King δεν είναι από τους δημιουργούς που μεγαλώνοντας αποτρελάθηκαν. Και αν κάποιος σπάσει την καριέρα του σε δυο τμήματα τότε, συγγραφικά, το δεύτερο μισό σίγουρα δεν είναι το καλύτερό κομμάτι της. Συνιπολογιζοντας πως το συγγραφικό του έργο ήταν πάντοτε μια μίξη από πολύ καλά και ταυτόχρονα ευτελή – στα όρια της σαχλότητας – βιβλία, τότε το να μιλήσουμε για το “ΙΤ”, ένα έργο της χρυσής εποχής του, ξεπερνά το επίκαιρο ενδιαφέρον.

Ο Stephen King είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στον χώρο του βιβλίου. Σε αρκετούς επιλογους όπως και σε κάμποσες συνεντεύξεις του ο ίδιος παραδέχεται την μεγάλη εμπιστοσύνη που είχε πάντοτε στον εκδότη του. Τι σημαίνει αυτό; Μάλλον όχι κάτι πρωτάκουστο στον χώρο της εμπορικής λογοτεχνίας και δη της Αμερικάνικης, στην οποία η έκδοση ενός βιβλίου αξιώνει πακτωλούς χρημάτων και δημοσιότητας. Ο King ήταν πάντοτε περιτριγυρισμένος από μεγάλες λογοτεχνικές ομάδες που συνεπάγονταν δυναμικές επιμέλειες των χειρογράφων του. Σε αρκετές περιπτώσεις τα βιβλία του ήταν σκαριφήματα που συμπληρώθηκαν από τρίτους ενώ ο εκδότης του είχε πάντοτε μεγάλο λόγο στην τελική μορφή των έργων. Για τους αμερικάνικους εκδοτικούς, ο Stephen King πλέον έγινε περισσότερο μια μηχανή παραγωγής ιδεών και  brand name παρά συγγραφέας. Κάτι που φυσικά ο ίδιος εξαργύρωσε σε οικονομικό επίπεδο αλλά επίσης αποτυπώθηκε και στην ποιότητα των γραπτών του. Παρόλα αυτά, όταν μιλάμε για έναν έναν άνθρωπο με τόσο πλούσια βιβλιογραφία, ίσως πει κανείς πως είναι άδικο να εστιάσουμε μόνον στα αρνητικά. Και το “ΙΤ” είναι βγαλμένο από την αθώα εποχή του συγγραφέα, εκείνη που ακόμη πίστευε  στα τέρατα και στα παραμύθια και που η συγγραφή δεν ήταν απλώς μια δουλειά. Ας το δούμε λοιπόν.

Το βιβλίο ξεκινά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Από την φρεσκομελανομένη πένα ενός συγγραφέα αποφασισμένου να αφηγηθεί μια σπουδαία ιστορία. Αν κάποιος το βρει στο ράφι ενός βιβλιοπωλείου και ξεφυλλίσει τις πρώτες σελίδες για να αποφασίσει αν θα το αγοράσει, το μόνο σίγουρο είναι πως θα το κάνει. Όσοι έχουν δει την πρώτη ταινία, ένα trailer από την καινούργια ή έστω έχουν ακούσει έναν φίλο τους να μιλά για το βιβλίο, σίγουρα ξέρουν τι εννοώ. Η πρώτη σκηνή είναι και θα είναι το αιώνιο brand του “IT”, η μετουσίωση του ανείπωτου παιδικού τρόμου και του σύγχρονου μπαμπούλα.

1958, Ντέρι Μειν Σιτυ

Ένα χάρτινο καραβάκι ταξιδεύει στο ρείθρο του δρόμου μέσα στη βροχή. Ένα εννιάχρονο αγόρι τρέχει ξωπίσω του φορώντας τις γαλότσες και το κίτρινο του αδιάβροχο. Όταν η βαρκούλα στρίβει στον υπόνομο κι εκείνος σκύβει να την ψάξει, ένας κλόουν που μοιάζει περισσότερο με παλιάτσο του προσφέρει ένα κόκκινο μπαλόνι. Όλοι επιπλέουν εδώ κάτω, Τζόρτζι.
Τα προβλήματα ετοιμάζονται να ξεκινήσουν. Τόσο για τους πρωταγωνιστές όσο και για το ίδιο το κείμενο…

Όσοι έχετε δει το βιβλίο δεν μπορεί να μην έχετε προσέξει πως μιλάμε για δύο τόμους χιλίων σελίδων ο καθένας. Και πιθανόν έχετε εύλογα αναρωτηθεί: πόσα πράγματα μπορεί κάποιος να γράψει για έναν κλόουν-δολοφόνο;
Ας σας δώσω μια ιδέα.

Το βιβλίο αρχίζει από τα γεγονότα που προηγήθηκαν στην πόλη του Ντέρι το 1958, όταν οι χαρακτήρες μας ήταν ακόμη παιδιά,  ο Έλβις Πρίσλευ μόλις εμφανίζονταν στα Juke Box και το Playboy στα ράφια των μαγαζιών. Μια εποχή αθωότητας που έμελλε να στιγματίσει την παρέα των πιτσιρικάδων μας για πάντα. Ο μικρός Τζόρτζι, που έφτιαχνε τόσο επιδέξια καραβάκια από χαρτί κλεισμένος στην σοφίτα του, θα βρεθεί νεκρός μέσα στην νεροποντή ενώ ο Μάρβιν, που του άρεσε να στηρίζει το μπροστινό τσουλούφι του με μπριγιαντίνη, θα διαμελιστεί ακαριαία, με τα δυο του χέρια να αποκολούνται απ’ το υπόλοιπο σώμα του ακριβώς όπως τα φτερά μιας πεταλούδας.  Σχεδόν εκατό σελίδες απόλυτης αναγνωστικής απόλαυσης. Το μυστήριο, η αγωνία και το κακό που καιροφυλακτεί σε κάθε γωνία και σε κάθε επόμενη λέξη, όλα βρίσκονται εδώ.

Η συνέχεια μας βρίσκει στο 1985… 27 ολόκληρα χρόνια μετά, ένα τηλέφωνο χτυπά. Το διαβολικό πλάσμα που μια παρέα παιδιών αποκαλούσε κάποτε αόριστα  ως “Το αυτό” έχει κάνει την επανεμφάνισή του στην πόλη. Ο όρκος τον οποίο κάποτε έδωσαν τίθεται σε ισχύ: θα πρέπει επιστρέψουν και να το αντιμετωπίσουν, αυτή την φορά ως ενήλικες.

Κάπως έτσι περνάμε στην ιστορία του Μπένι. Το σημείο που πραγματικά σκέφτηκα να τα παρατήσω. Ο King με είχε νικήσει. Αν καταφέρετε να την τελειώσετε, τότε μάλλον θα διαβάσετε και όλο το βιβλίο

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο King μας αφηγείται – και μας αφηγείται και συνεχίζει να μας αφηγείται – όλη την ενήλικη ζωή των πρωταγωνιστών. Όμορφα και με περίσσιο πάθος ομολογουμένως, μόνο που η διήγηση ξεπερνά τις 250 σελίδες. Και δεν μιλάμε εδώ για κάποιο αναπόσπαστο κομμάτι του σεναρίου, αναφέρομαι σε 250 σελίδες που έχουν να κάνουν με το πως οι χαρακτήρες ζουν, τι σπίτι νοικιάζουν, τι ρούχα φορούν και πως οδηγούν το αυτοκίνητό τους. Ως ένα σημείο παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά από μια στιγμή και ύστερα ακόμη και η πιο εύηχη περιγραφή ξεκινά να χάνει το νόημα της και όλο αυτό την ουσία του. Δεν ξέρω πόσο γρήγορα ο μέσος αναγνώστης διαβάζει, αλλά αν κάποιος δεν μπορεί να καλύψει περισσότερες από 80-100 σελίδες την φορά, σίγουρα σύντομα θα ξεχάσει πως έχει μπροστά του ένα βιβλίο τρόμου. Η αίσθηση του φόβου πλατειάζει και το μόνο καλό με αυτό το κομμάτι είναι πως, λόγω της δυναμικής εισαγωγής, ο αναγνώστης έχει ακόμα μέσα του αρκετή ενέργεια για να κρατήσει τον ειρμό του.

Κάπως έτσι περνάμε στην ιστορία του Μπένι. Το σημείο που πραγματικά σκέφτηκα να τα παρατήσω. Ο King με είχε νικήσει. Αν καταφέρετε να την τελειώσετε, τότε μάλλον θα διαβάσετε και όλο το βιβλίο, αφού μετά από αυτή θα είστε σίγουροι πως το τεράστιο αυτό πόνημα πέρα από καλές στιγμές εμπεριέχει και άσκοπη φλυαρία…

Ο Μπένι, λοιπόν. Ο μικρός, ευτραφής και χαριτωμένα άγαρμπος Μπένι.  Με τα χρωματιστά πουλόβερ του και το αστείο τρέξιμο, έκανε το λάθος να μην αφήσει τον συμμαθητή του να αντιγράψει στο διαγώνισμα. Κάπως έτσι βρέθηκε στο σχόλασμα με μια λεπίδα να πιέζει το στομάχι του. Ο Χάρι δεν ήταν παίξε γέλασε και ο πατέρας του, αγρότης στην βόρεια πλευρά της πόλης, σίγουρα θα τον ξυλοφόρτωνε μόλις μάθαινε πως έμεινε στην τάξη. Ο Μπένι ήταν χοντρός μα γρήγορος. Ο Χάρι τον κυνήγησε σχεδόν παντού και με κάθε τρόπο. Στο προαύλιο του σχολείου, στους δρόμους της πόλης, με τα πόδια και καβάλα σε ένα ποδήλατο. Όμως στο τέλος του δρόμου, ακριβώς μετά τους σωλήνες της υπόγειας διάβασης, τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη.

Η ιστορία του Μπένι θα μπορούσε να είναι μια ωραία ιστορία. Ίσως αν ήταν 10 σελίδες. Ή 20. Ή αν ο συγγραφέας ήθελε να περιγράψει με εκνευριστική λεπτομέρεια τα γεγονότα 30 ή 40 ή 50. Το πρόβλημα είναι πως το αφήγημα του Μπένι διαρκεί άλλες 150 σελίδες. Οι οποίες έρχονται να προστεθούν στις 250 που έχουν προηγηθεί. Διαβάζεις και διαβάζεις και ξεκινάς να πιστεύεις πως ο King έχει καταπιεί γλιστρίδα. Καταλαμβάνοντας χώρο σχεδόν ίσο με ένα μεγάλο βιβλίο οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα, ο King αναλώνεται σε περιγραφές για ρούχα, παπούτσια, σπίτια, φάρμες. Τίποτα ιδιαίτερο δεν συμβαίνει, οι χαρακτήρες εξακολουθούν να είναι το ίδιο επιφανειακοί και το μόνο παραπάνω που μαθαίνουμε για εκείνους – έστω και με τον γουστόζικο τρόπου του συγγραφέα – είναι περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνήθειές τους. Ομολογώ πως δεν έχω σκοπό να συνεχίσω την διαδικασία, όμως αυτή η μανιέρα θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται μέχρι τέλους. Αντέχει το στομάχι σας;

Εν τέλη, το “ΙΤ” είναι μια καλή ιδέα δοσμένη με πάρα, μα πάρα πολλά λόγια. Εκείνο που συμπέρανα είναι πως όσοι αποκαλούν το βιβλίο αριστούργημα είτε δεν το έχουν διαβάσει είτε  το έκαναν σε αρκετά νεαρή ηλικία. Ακόμη και όσοι έχουν δει την πρώτη ταινία πιθανόν να μην την θυμούνται τελικά και τόσο καλά – πράγματι έφερνε σύγκρυο στους δωδεκάχρονους της εποχής αλλά στα μάτια ενός ενήλικα καταντούσε παρωδία. Η ιδέα του παιδικού εφιάλτη και το πασπάλισμα του ανάμεσα στις λέξεις έχει με κάποιο τρόπο ισχυρή επίδραση στον αναγνώστη, αλλά η δύναμη του ως τρομακτική και φευγαλέα σκέψη εξασθενεί – αν όχι αποχωρεί – όλο και περισσότερο κατα την διεκπεραίωση. Η αλήθεια είναι πως ο King γράφει με τέτοια πίστη τις αράδες του, που σχεδόν νομίζεις πως το βιβλίο είναι εξομολογητικό και όλα αυτά τα έχει όντως βιώσει. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ξεχωρίζει. Όμως, για ένα βιβλίο που θα καταλήξει στο τέρας με τα πλοκάμια που κατοικεί μέσα στην στοά, πόσο περιττό μπορείς να υπομένεις;

Σε κάποια του συνέντευξη ο Stephen King είχε πει είπε πως το Stand By me (ίσως ένα από τα καλύτερα του βιβλία) αποτέλεσε προοίμιο για το “Αυτο”. Κι εκεί ακριβώς υπάρχει και το λάθος. Το “ΙΤ” μοιάζει με κράμα ενός βιβλίου τρόμου και ενηλικίωσης. Μόνο που στο τέλος δεν καταφέρνει να χωρέσει και τα δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη.

Έχω ξαναπέσει επάνω στον φλύαρο King και στο εξαιρετικό “The Stand”, μόνο που εκείνη την φορά δεν υπερέβη τις αντοχές μου ως αναγνώστης. Για εμένα προσωπικά, όσον αφορά το “IT” δεν υπάρχουν αμφιβολίες. Το βιβλίο είναι καλύτερο από την “αιμοσταγή” κάντιλακ ή το “δολοφονικό ραδιοκασετόφωνο” (αλήθεια είναι όλα αυτά, τα έχει όντως γράψει) αλλά σίγουρα καταλληλότερο για μια συμμαζεμένη ταινία που θα τονίσει την αίσθηση του καιροφυλακτούντος  τρόμου. Αν θέλετε να το διαβάσετε, το βρίσκω απίθανο να μην κουραστείτε ή ακόμα και να μην το παρατήσετε. Το “ΙΤ” θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα άψογο διήγημα. Εφόσον δεν είναι, pall mall. Το παίρνω. Πιθανόν το διαβάζω αλλά σίγουρα δεν με συνεπαίρνει κιόλας, εφόσον ούτε 15 χρονών είμαι ούτε παραγωγός του Χόλιγουντ που αναζητεί το επόμενο μπλοκ μπάστερ…

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην δίτομη έκδοση – 20 ευρώ έκαστος – με την οποία πλέον κυκλοφορεί. Κάποτε αρκούσε μονάχα ένα βιβλίο. Αλλά όταν το artwork της ταινίας μοστράρει στο εξώφυλλο, μάλλον αυτά συμβαίνουν…

Κάνοντας share και comment το παρόν άρθρο, που θα το βρεις καρφιτσωμένο στην κορυφή της σελίδας μας στο facebook, ως και τις 26/10 παίρνεις μέρος στην κλήρωση για δύο δωρεάν αντίτυπα του ebook του πρώτου τόμου του βιβλίου “Το αυτό” του Stephen King.

Ο Γιώργος Μουστάκης σημείωσε το πρώτο του γκολ με την Μπόκα Τζούνιορς στο 93' του Ντέρμπι με την Ρίβερ Πλέιτ, στο κατάμεστο Λα Μπομπονέρα. Πρωτού η μπάλα καταλήξει στα δίχτυα, είχε προλάβει να αρθογραφήσει για εκείνο για το πρωινό φυλλο της Ole. Από εκείνη την ημέρα και ύστερα, ξεκίνησε να γράφει τα goal του σε κάμποσες εφημερίδες και περιοδικά.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*