Internet picky literature

Μια Σοβαρή Συζήτηση, ένα Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ρέιμοντ Κάρβερ

in Πρωτότυπες μεταφράσεις
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Το αμάξι της Βέρα ήταν εκεί. Κανενός άλλου για καλή τύχη του Μπαρτ. Σταμάτησε το αυτοκίνητο δίπλα από την πίτα που πέταξε το προηγούμενο βράδυ. Ήταν ακόμη εκεί, με το ταψί αναποδογυρισμένο. Μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα.
Είχε έρθει την ημέρα των Χριστουγέννων για να επισκεφτεί τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η Βέρα τον είχε προειδοποιήσει εκ των προτέρων. Του είπε τη συμφωνία. Έπρεπε να έχει φύγει μέχρι τις έξι, γιατί θα ερχόταν με τον φίλο της και τα παιδιά του για δείπνο.
Κάθισαν στο σαλόνι και ευλαβικά άνοιξαν τα δώρα που είχε φέρει ο Μπαρτ. Τα υπόλοιπα δώρα ήταν στοιβαγμένα κάτω από το δέντρο και θα τα άνοιγαν μετά τις έξι.

Έβλεπε τα παιδιά του να ανοίγουν τα δώρα τους, περιμένοντας τη Βέρα να ξετυλίξει την κορδέλα στο δικό της. Σήκωσε το κάλυμμα και έβγαλε το κασμιρένιο πουλόβερ της.
«Είναι όμορφο», είπε. «Σ’ ευχαριστώ, Μπαρτ.»
«Δοκίμασε το,», της είπε η κόρη του.
«Φόρεσε το,», της είπε ο γιος του.
Ο Μπαρτ κοίταξε το γιο του όλος ευγνωμοσύνη που τον υποστήριξε. Το δοκίμασε. Πήγε μες στο υπνοδωμάτιο και βγήκε φορώντας το.

«Είναι ωραίο,» είπε.
«Είναι ωραίο πάνω σου,» της είπε ο Μπαρτ , και ένιωσε μια θέρμη στο στήθος του.
Άνοιξε και τα δικά του δώρα. Από τη Βέρα πήρε μια κάρτα δώρου σε κατάστημα ανδρικών ρούχων. Από την κόρη του μια χτένα και μια βούρτσα. Από το γιο του ένα στιλό διαρκείας. Η Βέρα σέρβιρε σόδες και συζήτησαν λίγο. Αλλά κυρίως κοίταζαν το δέντρο. Η κόρη σηκώθηκε και ξεκίνησε να ετοιμάζει το τραπέζι , και ο γιος του τράβηξε προς το δωμάτιο του. Αλλά στον Μπαρτ άρεσε που ήταν εκεί. Του άρεσε να είναι μπροστά από τη φωτιά, με ένα ποτήρι στο χέρι, στο σπίτι του.
Μετά η Βέρα πήγε στην κουζίνα.

Η κόρη του πήγαινε σε τακτά διαστήματα στην τραπεζαρία για να αφήσει κάτι στο τραπέζι. Ο Μπαρτ την έβλεπε. Την έβλεπε να διπλώνει τις χαρτοπετσέτες στα ποτήρια του κρασιού. Την είδε να βάζει ένα μικρό βάζο στη μέση του τραπεζιού. Την είδε να κατεβάζει ένα λουλούδι στο βάθος του βάζου, κάνοντας το προσεκτικά.
Ένας κορμός από πριονίδια κάηκε. Ένα κουτί από πέντε ακόμα ήταν στο δάπεδο. Σηκώθηκε από τον καναπέ και τα έριξε όλα στο τζάκι. Παρακολουθούσε μέχρι να πάρουν φωτιά. Μετά τελείωσε τη σόδα του και κατευθύνθηκε προς το αίθριο. Περπατώντας είδε τις πίτες παρατεταγμένες στο μπουφέ. Τις στοίβαξε στα χέρια του, και τις έξι, μία για κάθε δέκα φορές που τον είχε προδώσει. Η μία του έπεσε πασχίζοντας να βρει την πόρτα.

Η μπροστινή πόρτα ήταν μονίμως κλειδωμένη, από τη νύχτα που το κλειδί του είχε σπάσει μέσα στην κλειδαριά. Έκανα το γύρο πηγαίνοντας από πίσω. Υπήρχε ένα στεφάνι στην πόρτα. Χτύπησε στο γυαλί. Η Βέρα φορούσε το μπουρνούζι της. Τον κοίταξε και κατσούφιασε. Άνοιξε λίγο την πόρτα. Ο Μπαρτ είπε, «Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για τη χθεσινή νύχτα. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη και από τα παιδιά επίσης.»
Η Βέρα είπε, «Δεν είναι εδώ.»
Στεκόταν στην είσοδο κι εκείνος στο αίθριο δίπλα από το φιλόδεντρο. Τράβηξε ένα χνούδι από το μανίκι του.
Του είπε, «Δεν μπορώ να ανεχτώ άλλα. Πήγες να κάψει το σπίτι».
«Όχι.»
«Το έκανες. Όλοι εδώ είναι μάρτυρες.»
Είπε, «Μπορώ να έρθω μέσα και να μιλήσουμε;»
Τύλιξε τη ρόμπα μέχρι το λαιμό της και κατευθύνθηκε μες στο σπίτι.
Είπε, «Πρέπει να πάω κάπου σε μια ώρα.»
Κοίταξε τριγύρω. Το δέντρο αναβόσβηνε. Υπήρχε ένας σωρός από πολύχρωμα και γυαλιστερά κουτί στην άκρη του καναπέ. Το κουφάρι μιας γαλοπούλας πάνω σε μια πιατέλα στη μέση της τραπεζαρίας. Στάχτη μες στο τζάκι. Υπήρχαν μερικά άδεια κουτιά σόδας επίσης. Μια διαδρομή από ίχνη καπνού έφτανε από τα τούβλα μέχρι το ράφι του τζακιού, όπου το ξύλο που ανέκοπτε την πορεία τους είχε μαυρίσει.
Πήγε πίσω στην κουζίνα.
Ρώτησε, «Τι ώρα έφυγε ο φίλος σου χθες;»
«Αν είναι να ξεκινήσεις τέτοια συζήτηση, μπορείς να φύγεις τώρα.».
Πήρε μια καρέκλα και έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας μπροστά στο σταχτοδοχείο. Έκλεισε τα μάτια του και τα άνοιξε.

Έκανε την κουρτίνα στην άκρη και κοίταξε στην αυλή. Είδε ένα ποδήλατο αναποδογυρισμένο χωρίς μπροστινή ρόδα. Είδε αγριόχορτα να μεγαλώνουν αναρριχώμενα στο φράχτη.  Εκείνη έριξε λίγο νερό στο κατσαρολάκι. «Θυμάσαι την ημέρα των Ευχαριστιών;», τον ρώτησε. «Είπα ότι ήταν οι τελευταίες γιορτές που θα σε άφησα να καταστρέψεις. Φάγαμε μπέικον και αυγά αντί για γαλοπούλα στις δέκα τα βράδυ.»

«Το ξέρω, της είπε «Είπα ότι λυπάμαι.»
«Το να λυπάσαι δεν είναι αρκετό.
Προσπαθούσε να ανάψει το μάτι για να ζεστάνει το νερό.
«Μην καείς», της είπε.
Ανησύχησε ότι η ρόμπα της θα έπαιρνε φωτιά, ότι εκείνο θα πηδούσε πάνω από το τραπέζι, θα τη ρίξει κάτω, κυλώντας τη μέχρι το σαλόνι, όπου θα την κάλυπτε με το σώμα του. Ή έπρεπε να τρέξει στο υπνοδωμάτιο για μια κουβέρτα;
«Βέρα;»
Τον κοίταξε.
«Έχεις τίποτα να πιούμε; Μου χρειάζεται ένα ποτό.»
«Έχει λίγη βότκα στην κατάψυξη.»
«Πότε άρχισες να συντηρείς τη βότκα στην κατάψυξη;»
«Μη ρωτάς.»
«Εντάξει,» της είπε, «Δεν θα ρωτάω.»
Έβγαλε τη βότκα και έβαλε σε μια κούπα που βρήκε στον πάγκο
Τον ρώτησε, «Θα την πιεις έτσι απλά από την κούπα;». Του είπε, «’Έλεος, Μπαρτ. Για τι ήθελες να μιλήσουμε, τέλος πάντων; Σου είπα ότι έχω να πάω κάπου. Έχω μαθήματα φλάουτου στη μία.»

«Μαθαίνεις ακόμα φλάουτο;»
«Μόλις στο είπα. Τι είναι αυτό που θες; Πες μου και μετά πρέπει να ετοιμαστώ.»
«Ήθελα να ζητήσω συγγνώμη.»
«Αυτό το είπες ήδη.»
«Αν έχεις λίγο χυμό, θα ήθελα να τον αναμείξω με τη βότκα.»
Άνοιξε το ψυγείο και μετακίνησε τα πράγματα.
«Υπάρχει χυμός κράνμπερι με μήλο», του είπε.
«Είναι μια χαρά»
«Πάω στo μπάνιο.», του είπε.
Ήπιε τη βότκα μαζί με το χυμό. Άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στο σταχτοδοχείο που πάντα βρισκόταν εκεί. Περιεργάστηκε τα αποτσίγαρα. Μερικά ήταν η μάρκα της Βέρα, και κάποια άλλα όχι. Κάποια είχαν το χρώμα λεβάντας. Σηκώθηκε και τα πέταξε όλα κάτω από το νεροχύτη.
Το σταχτοδοχείο δεν ήταν πραγματικά σταχτοδοχείο. Ήταν ένα μεγάλο πήλινο πιάτο που είχαν αγοράσει από έναν μουσάτο αγγειοπλάστη στο εμπορικό κέντρο της Σάντα Κλάρα. Το ξέπλυνε και το στέγνωσε. Το άφησε πίσω στο τραπέζι. Και μετά έριξε το τσιγάρο του μέσα.

Τα νερό στην κουζίνα ξεκίνησε να βράζει τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο.
Την άκουσε να ανοίγει την πόρτα του μπάνιου και να τον φωνάζει. «Απάντησέ το. Θα μπω στη ντουζιέρα.»
Το τηλέφωνο της κουζίνας ήταν στον πάγκο, σε μια γωνία πίσω από το τηγάνι. Μετακίνησε το τηγάνι και σήκωσε το ακουστικό.

«Είναι εκεί ο Τσάρλι;» ακούστηκε από τη φωνή.
«Όχι,» είπε ο Μπαρτ.
«Εντάξει.»
Ενώ κοίταξε τα νερό, τα τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
«Τσάρλι;»
«Δεν είναι εδώ,» είπε ο Μπαρτ.
Αυτή τη φορά η κλήση διακόπηκε χωρίς απάντηση.

Η Βέρα επέστρεψε στην κουζίνα φορώντας τζιν και πουλόβερ, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της.
Ανακάτεψε τον στιγμιαίο στις κούπες με το καυτό νερό και έριξε λίγη βότκα στη δική του. Έφερε τις κύπες στο τραπέζι.
Εκείνη σήκωσε το ακουστικό, ακούγοντας. «Τι είναι αυτό; Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;»
«Κανείς,» είπε. «Ποιος καπνίζει χρωματιστά τσιγάρα;»
«Εγώ.»
«Δεν το ήξερα.»
«Ναι, καπνίζω.»
Έκατσε απέναντι του και ήπιε τον καφέ της. Κάπνισαν και χρησιμοποίησαν το σταχτοδοχείο. Υπήρχαν πράγματα που ήθελε να πει, αλγεινά πράγματα, παρηγορητικά πράγματα, τέτοια πράγματα.
«Καπνίζω τρία πακέτα τη μέρα,» είπε η Βέρα. «Θέλω να πω, αν θες πραγματικά να ξέρεις τι γίνεται εδώ μέσα.»
«Θεέ μου,» είπε ο Μπαρτ.
Η Βέρα έγνεψε καταφατικά.
«Δεν ήρθα εδώ για να ακούσω τέτοια,», της είπε.
«Τι ήρθε να ακούσεις τότε; Θες να ακούσεις ότι το σπίτι κάηκε;»

«Βέρα,» της είπε. «Είναι Χριστούγεννα. Γι’’ αυτό ήρθα.»
«Είναι μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα ήρθαν και έφυγαν. Δεν θέλω να ξαναδώ άλλα.
«Νομίζεις ότι εγώ ανυπομονώ για τις διακοπές;»

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ο Μπαρτ το σήκωσε.
«Είναι κάποιος που ζητάει τον Τσάρλι», είπε.
«Τι;»
«Τον Τσάρλι»
Η Βέρα πήρε το τηλέφωνο. Του γύρισε την πλάτη όσο μιλούσε. Μετά στράφηκε προς το μέρος του και είπε, «Θα μιλήσω στην κρεβατοκάμαρα. Μπορείς να το κλείσεις μόλις το σηκώσω από εκεί. Όταν σου πω κλείσε το. Πήρε τα ακουστικό. Εκείνη έφυγε από την κουζίνα. Κράτησε το ακουστικό στ’ αυτί του και αφουγκράστηκε. Δεν άκουσε τίποτα. Μετά άκουσε έναν άνδρα να καθαρίζει το λαιμό του. Μετά άκουσε τη Βέρα να σηκώνει το άλλο τηλέφωνο. Φώναξε, «Εντάξει, Μπαρτ. Θα μιλήσω εγώ τώρα.»

Κατέβασε το ακουστικό και στεκόταν κοιτάζοντας το. Άνοιξε το ασημένιο συρτάρι ανακατεύοντας τα πράγματα. Άνοιξε ένα άλλο συρτάρι. Κοίταξε στο νεροχύτη. Πήγε στην τραπεζαρία και πήρε το σκαλιστό μαχαίρι. Το κράτησε κάτω από το καυτό νερό μέχρι να ξεβγάλει το λίπος. Σκούπισε τη λεπίδα με το μανίκι του. Κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο, δίπλωσε το καλώδιο και το έκοψε εύκολα. Παρατήρησε τις απολήξεις του καλωδίου. Μετά έσπρωξε το τηλέφωνο πίσω στη γωνία του, πίσω από το τηγάνι.

Η Βέρα ήρθε μέσα. Είπε, «Το τηλέφωνο δεν δουλεύει. Έκανες τίποτα;» Κοίταξε το τηλέφωνο και το σήκωσε από τον πάγκο.
«Παλιομαλάκα!» Φώναξε, «Έξω, έξω, εκεί που ανήκεις!» Κουνούσε το τηλέφωνο κατά πάνω του.
«Αυτό ήταν! Θα ζητήσω περιοριστικά μέτρα, αυτό θα κάνω!»
Το τηλέφωνο έκανε ένα «ντινγκ» όταν το κοπάνησε στον πάγκο.
«Θα πάω στους δίπλα να καλέσω την αστυνομία αν δεν φύγεις τώρα από εδώ!»
Πήρε το σταχτοδοχείο. Το κράτησε από την άκρη. Έμοιαζε με κάποιον δισκοβόλο που προετοίμαζε τη ρίψη του.
«Σε παρακαλώ,» του είπε. «Αυτό είναι το σταχτοδοχείο μας.»

Έφυγε απ’ την πίσω πόρτα. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά σκέφτηκε ότι είχε αποδείξει κάτι. Ήλπιζε ότι είχε ξεκαθαρίσει κάτι. Η ουσία ήταν πώς έπρεπε να κάνουν μια σοβαρή συζήτηση σύντομα. Υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να ειπωθούν, σημαντικά πράγματα που έπρεπε να συζητηθούν. Θα μιλούσαν ξανά. Ίσως μετά τις διακοπές όταν τα πράγματα θα επέστρεφαν στην κανονικότητα.  Θα της έλεγε ότι το καταραμένο το σταχτοδοχείο ήταν ένα απλό πιάτο, για παράδειγμα. Προσπέρασε την πίτα και μπήκε στο αμάξι του. Έβαλε μπροστά και μετά όπισθεν. Ήταν δύσκολο να το κουμαντάρει μέχρι να αφήσει το σταχτοδοχείο.

 

Προτεινόμενη μουσική για να συνοδέψει την ανάγνωση:  

 

Μετάφραση: Γιώργος Τσουλιάς

Το διήγημα ανακτήθηκε από τον ακόλουθο σύνδεσμο

Πηγή εικόνας: The Paris Review

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ