Internet picky literature

Πορσελάνη

in Προ-δημοσίευση
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα για τη ζωή μου όταν ακόμα ο κόσμος γύρω μου δεν ήταν ουσιοκρατικά αντιληπτός. Και αν τότε δεν ήταν απερίσκεπτο, τώρα είναι και κάθε φορά που γυρίζω πίσω πατώ με αστάθεια στο πλατό του παρελθόντος ψάχνοντας τι έκανα λάθος. Τα καλοκαίρια τα περνούσα με χαμηλές προσδοκίες, χωρίς αυτό να σημαίνει πώς κάθε καλοκαίρι δεν ήταν όμορφο. Συνειδητοποίησα τι ήθελα από τη ζωή μου, όταν έπεισα τον πατέρα μου να σπάσει την άδεια μου και να έρθει μαζί μου σε μια απόκρημνη παραλία που το μεσοδιάστημα της διαδρομής με έκανε ανέκαθεν να ξεχνάω τα τροπικά ντοκιμαντέρ. Μικρή η σημασία στην προσφορά στην ελαφρότητα της αφέλειας. Ένα καλοκαίρι, όμως, μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Ο πατέρας μου ήταν πολυάσχολος, ώστε να έρθει να έρθει μαζί μου. Κατάλαβα πως ήθελα να γίνω πολυάσχολος και όταν μεγαλώσω να μπορώ να αλλάζω την πεπατημένη της άδειας μου. Μέχρι τότε δεν έκανα και πολλά ώστε να δείχνω ή να νιώθω πολυάσχολος, ωστόσο από τα επόμενα καλοκαίρια παρατηρούσα αναλυτικά τη διάβρωση των βράχων καθώς τους διέσχιζα και εξέθετα τον εαυτό μου στο ενδεχόμενο να καταρρεύσει κάποιος από αυτούς. Αν κάτι μου άρεσε στην πορεία ήταν να σκαλίζω πέτρες και να τις παρατηρώ καθώς θρυμματίζονται και διαλύονται σε ανυπολόγιστα μικρά κομμάτια που έκαναν να κατακαθίσουν στις κολλημένες σχισμές των δαχτύλων μου. Το γεγονός ότι έμμεσα μπορούσα να φέρω τα πάνω κάτω στις αδιάβλητες αλληλουχίες της φύσης, με έκανε να πιστέψω πως μπορούσα να είμαι και ο ίδιος ο εκθέτης των πραγμάτων και μια μέρα να γκρεμίσω από μόνος μου μια πέτρα. Και ίσως να προσέκρουσε σε κάποιον που με αντικατέστησε στη σκηνή. Ίσως να ήταν και πολυάσχολος ή τουλάχιστον, απ’ όσα αντιλαμβάνομαι εγώ, εκείνο το μονοπάτι να όριζε τη δυναμική κάποιου να βρεθεί σ’ έναν συρφετό μελλοντικά.

Την ίδια περίοδο θυμάμαι τους επισκέπτες στο πατρικό μου σπίτι. Άνθρωποι αποκόμματα που άλλαζαν τα ρούχα τους και κάθε φορά που τους έβλεπα περνούσαν καλά και γελούσαν κι εγώ αναρωτιόμουν το γιατί. Και την ίδια στιγμή κάθε φορά που ετοιμαζόμουν για ύπνο η νύχτα συνέχιζε να τρέχει και ήξερα πώς ο καθένας που παρέμενε στο σπίτι είχε υπογράψει το δικό του συμβόλαιο με τον ανθρώπινο κύκλο που αγκάλιαζε τη ζωή μου και εξακολουθούσε να διασκεδάζει. Ωστόσο, στις δικές μου επισκέψεις η διασκέδαση δεν ήταν κάτι που είχα κερδίσει, κάτι που με οδήγησε στο να βλέπω τα πάντα να περιστρέφονται ενοχικά γύρω μου. Ήταν ακόμα η εποχή που γκρέμιζα: χωμάτινους λοφίσκους, τούβλα οικοδομών, μέχρι και μικροπράγματα που πίστευα ότι δεν είχαν θέση μέσα στο σπίτι. Έτσι όταν κάποια στιγμή με ρώτησαν τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω απάντησα από αμηχανία και από άγνοια: θέλω να γκρεμίζω γέφυρες. Κάθε φορά όμως έλεγα και κάτι διαφορετικό, γιατί ποτέ ο εαυτός μου σκαρφιζόταν αυτό που μπορούσε να είναι. Όμως ήμουν κάτι που η συνείδηση του το εμπόδιζε να επινοεί ερωτήσεις και να δηλώνει συμμετοχή. Απλά απαντούσα ερωτήσεις και όταν θυμόμουν να δώσω υπόσταση στην παρουσία μου, ήξερα πως δεν είχα λόγο, γιατί ο πιο γλαφυρός μου εαυτός θα εκφραζόταν με μια άναρθρη κραυγή.

 

Πάντα πίστευα ότι οι b-movies ήταν αυτό που θα σου ταίριαζε περισσότερο», του είπα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου και με ρώτησε γιατί. «Μου θυμίζεις δύσμορφο μεταλλαγμένο που ξεπροβάλλει από τους λόφους…», «και θα σε τρόμαζα τα βράδια;», με ρώτησε και του αποκρίθηκα με απόλυτη λογική «ναι, ακριβώς αυτό».

 

Δεκαεπτά χρόνια μετά εξακολουθούσα  να βρίσκομαι στον κόσμο χωρίς να έχω ζημιωθεί. Ζημιώνεσαι μόνο όταν σταματάς να υπάρχεις. Κι έτσι κάποιος άλλος σταμάτησε να υπάρχει εξαιτίας μου. Δούλευα σε μια εταιρεία ανανεώσιμης ενεργείας και ήμουν σχεδόν πολυάσχολος όσο περνούσαν αποφάσεις από την κρίση μου.

Μια μέρα δύο υπάλληλοι ήρθαν στο γραφείο μου με πρόφαση να συζητήσουμε τη ρήτρα συνεισφοράς μιας εταιρείας υδρογονανθράκων. Πρώτα τους είχα καλέσει εγώ γιατί είχα έτοιμη τη λίστα των όρων και αν δεν ήμουν μεθυσμένος θα μπορούσα να τους παρουσιάσω. Επέστρεψα στα παιδικά μου χρόνια και πλέον είχα πλειοδοτηθεί με άναρθρες εκφράσεις. Εν τέλει πριν φύγουν μου άφησαν ένα συμβόλαιο αποδοχών για τα μπόνους των υπαλλήλων, το οποίο υπέγραψα χωρίς να το διαβάσω.

Σε όλες τις δουλειές είμαστε ημιθανή όργανα μέχρι να ξεκαθαρίσουν όλοι οι λογαριασμοί. Ο Κώστας ήταν λίγο περισσότερο, το καντήλι του βρισκόταν στο μεταίχμιο και έδειχνε σα να το περίμενε. Ήταν ο πιο αδιάφορος υπάλληλος μου και συγχρόνως χρόνιος φίλος που αναγκάστηκα να τον προσλάβω διαφημιστικό τμήμα.

Λίγο καιρό προτού τον απολύσω είχαμε πιάσει την κουβέντα: «Πάντα πίστευα ότι οι b-movies ήταν αυτό που θα σου ταίριαζε περισσότερο», του είπα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου και με ρώτησε γιατί. «Μου θυμίζεις δύσμορφο μεταλλαγμένο που ξεπροβάλλει από τους λόφους…», «και θα σε τρόμαζα τα βράδια;», με ρώτησε και του αποκρίθηκα με απόλυτη λογική «ναι, ακριβώς αυτό». Αυτή ήταν η τελευταία ανεπίσημη συνομιλία που είχαμε πριν βρεθεί στο γραφείο μου και αντίκρισα ένα αδιάστατο περίγραμμα που περιφέρθηκε, κοίταξε από τις χαραματιές του παραθύρου προς τα έξω και στράφηκε προς τα εμένα εξηγώντας μου με το ύφος του πώς ζηλεύει την υπέροχη έναντι στην κατωτερότητα που σε τραβάει η ζωή. Είχε πλαστογραφήσει μια επιταγή πρόσθετων αποδοχών με τη δική μου υπογραφή και το λογιστήριο κάλυψε το έλλειμμα από τη μισθοδοσία μου. Όλοι μας νομίζουμε πώς η ζωή μπορεί να μας φερθεί σα να είμαστε ήλιοι, όμως στην προκείμενη υπάρχουν εκατομμύρια ήλιοι και ο Κώστας φοβόταν περισσότερο από τον καθένα να αρπάξει τη μεγάλη ζωή. Ήξερα ότι γαμούσε πουτάνες, αλλά ο γάμος του ήταν ένα τελετουργικό χαράκωμα που έμενε ίδιο, όπως ένα κοστούμι που φοριέται κάθε Χριστούγεννα και δεν χαίρει νέας επένδυσης.

Την επόμενη μέρα ένιωθα την αριστερή μου πλευρά βαρύτερη σαν πλάστιγγα ευαισθησίας και βάδιζα κουτσαίνοντας. Περίμενα το τραίνο. Ποιος περιμένει το τραίνο σήμερα; Κάποιοι πρέπει να περιμένουν αιώνια και να μην είναι ποτέ ενεργοί. Τελευταία βρίσκομαι στριμωγμένος στη αγωνία και στη φαντασία ενός μαζικού θανάτου που θα προέλθει από ένα τρένο. Αν, δυνητικά, οδηγούσα εγώ το τρένο για να είμαι πολυάσχολος, ο θάνατος μου θα λογιζόταν ως κοινωνικά σημαντικός γιατί θα έφερνε ταυτόχρονη κατήφεια. Εκατοντάδες άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, στις ειδήσεις, στον κόσμο, στο μυαλό μου. Στο μυαλό μου οι υπάλληλοι μου είναι νεκροί. Είδα τον Κώστα στο τρένο και με φώναξε με το όνομά μου. Σκέβρωσα το κεφάλι μου, ίσως να μην αναφερόταν καν σε μένα. Αμήχανη σιωπή. Κοιτούσα τον Κώστα, με κοιτούσε σχεδόν γρανιτένιος και σύγκορμος, το κουμπωμένο πουκάμισο τον έσφιγγε. «Κάνει ζέστη, μπορείς να ξεκουμπώσεις το πουκάμισο» και ένας άνδρας στο απέναντι κάθισμα σήκωσε το καπέλο που φορούσε και έγνεψε προς τα εμένα. Ο Κώστας σύρθηκε προς το παράθυρο του και με τα δάχτυλά του ακούμπησε το παράθυρο. Χάραξε τρεις γραμμές που παρέπεμπαν σαν βέλη προς τα αριστερά, μου υπέδειξε ένα σημείο ελαφρώς πιο παρακάτω από την ανώτερη γραμμή και μου είπε «ζέστη». «Τι ζέστη;». Ο ξένος άνδρας σηκώθηκε από το κάθισμά του και άφησε το καπέλο του φεύγοντας. Ο Κώστας μου έδειξε ξανά τη γραμμή και ψέλλισε «εσύ».

 

Τελικά ο Κώστας αυτοκτόνησε. Το επόμενο πρωί βρήκαμε την πόρτα του γραφείου του κλειδωμένη. Κάποιος προσπάθησε να παραβιάσει το παράθυρό του και ήταν κλειδωμένο. Το τζάμι είχε διαχυμένες νοητές δαχτυλιές και ήταν παγωμένο. Σπάζοντας την πόρτα τον βρήκαμε κρεμασμένο στην αριστερή πλευρά του γραφείου με βρεγμένο κεφάλι και ένα σημείωμα. Έγραφε μόνο το νούμερο 312.

 

Και καθώς τον παρατηρούσα και κατεργαζόμουν σαν καύσιμο κάθε του χειρονομία, βρέθηκα να ίπταμαι έχοντας τον κορμό μου να κλίνει με το σβέρκο μου και το σπέρμα μου να αναρροφάται προς το εσωρουχό μου και την αριστερή μου πλευρά να παραλύει ολότελα για να σκοντάψω στο τέλος σε μια κολώνα.

Όταν φτάνει το τέλος αυτό που πρέπει να κάνεις για να γλιτώσεις είναι να τρέξεις. Έτσι κι εγώ ξεκίνησα να τρέχω. Έτρεξα όσο πιο μακριά μπορούσα. Ξεπέρασα τον εαυτό μου στο δημοτικό, τον εαυτό μου στο γυμνάσιο, αντικατέστησα τον επιλαχόντα των σχολικών αγώνων και συνέχισα να τρέχω. Δε με ένοιαζε ο προορισμός, δε με ένοιαζε ο χρόνος προσέλευσης. Δε με ένοιαζε τίποτα, δε με ένοιαζε αν από αυτεπίγνωση αναθεμάτιζα τις δυνατότητες μου.

Οι φυλλωσιές των περιβαλλόντων δέντρων μαρτυρούσαν απτά και λιανά τη φούρια των διασκελισμών μου. Είχα μεγάλα πόδια. Ήταν καλό, κακό; Δεν ξέρω. Άρεσαν στις γκόμενες όμως. Έτρεχα με τόση ορμή που ο άνεμος σχιζόταν και συγχρόνως δίπλωνε. Ξάφνου, δεν είχα άλλη δύναμη. Δε μου είχε απομείνει τίποτα απολύτως. Διαπερνούσα την ιλιγγιώδη καταχνιά που δημιουργούσε ο καιρός και σιγά – σιγά ονειρευόμουν πως ήμουν κοντά στο να προσπελάσω το σεληνόφως που κατερχόταν μόνο για μένα. Για φαντάσου. Ήταν κάτι το αδιάψευστο. Όσο μεγαλύτερη απόσταση διένυα, ένιωσα πώς ήσουν εκεί. Κάθε μου βήμα ήταν μια πλησιέστερη συσσωμάτωση με μια διαφορετική ύπαρξη και ο τρόπος που άνοιγα τα χέρια μου ήταν μια μετατροπή του χωροχρόνου σε ατόφια ενέργεια. Κάθε φορά ένιωθα πώς ήσουν κάποιος διαφορετικός, επανερχόμουν στο ίδιο διάστημα και κάποιος άλλος ήταν εκεί. Και στην ταύτιση με το όλον η αριστερή μου πλευρά άρχισε να ξερχαβαλώνεται να σχηματίζει τη λωρίδα που σχηματίζει μια βαθιά βελονιά, όπου η κλωστή τραβάει. Φαντάσματα.

Τελικά ο Κώστας αυτοκτόνησε. Το επόμενο πρωί βρήκαμε την πόρτα του γραφείου του κλειδωμένη. Κάποιος προσπάθησε να παραβιάσει το παράθυρό του και ήταν κλειδωμένο. Το τζάμι είχε διαχυμένες νοητές δαχτυλιές και ήταν παγωμένο. Σπάζοντας την πόρτα τον βρήκαμε κρεμασμένο στην αριστερή πλευρά του γραφείου με βρεγμένο κεφάλι και ένα σημείωμα. Έγραφε μόνο το νούμερο 312. Κατάλαβα πώς δεν ήταν αυτός που θα με ζήλευε και θα ανταγωνιζόταν τη θέση μου. Η απερίσκεπτη υπογραφή που έβαλα αφορούσε την κατάργηση του μπόνους για το φετινό έτος και ο Κώστας σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα επιπρόσθετα χρήματα για να καλύψει την επιταγή.

 

Οι ρυθμοί έπρεπε να ηρεμήσουν, οπότε έπρεπε να επισκεφτώ ο ίδιος τη γυναίκα του και να της το ανακοινώσω. Στάθηκα στην πόρτα της και στωϊκά την προετοίμασα και την έπεισα πώς δεν ήταν σφάλμα κανενός. «Ζούμε σε φρενήρεις εποχές, δεν μπορείς να ελέγξεις το ταμπεραμέντο των ανθρώπων». Ξέσπασε σε κλάματα χτυπώντας τα δοκάρια της πόρτας και την κοίταζα αγκυλωμένος, προσμένοντας πώς ο τυφώνας θα καταλαγιάσει.

«Ήξερα πώς έβλεπε κάποια άλλη».

«Δεν μιλούσαμε πολύ τελευταία, πως έβγαλες αυτό το συμπέρασμα».

«Ο Κώστας ποτέ δεν σχεδίαζε με θεματολογία εκτός της δουλειάς. Τελευταία ήταν απορροφημένος στο να σκιτσάρει ένα υβριδικό αυτοκίνητο με εκκεντρικά χρώματα και ήταν πνιγμένος γιατί ήταν προτεραιότητα».
«Και που βρίσκεις το ύποπτο;»

«Μια μέρα μάζεψα μερικά παραπεταμένα σχέδια και βρήκα μια μαύρη γυναίκα ζωγραφισμένη σε διαφορετικές στάσεις», άνοιξε το συρτάρι μιας σιφινιέρας και μου υπέδειξε τσαλακωμένα χαρτιά. Τα ξετύλιξα και η κάθε ζωγραφιά είχε το κοινό χαρακτηριστικό «Άναμπελ». Ήταν φως φανάρι ότι είχε κάποια να του τα τρώει και έψαχνε τρόπο να την προωθήσει με φωτογραφίσεις.

«Βίβιαν, πραγματικά… λυπάμαι», και λιποθύμησα.

Ξύπνησα κάπου στην έρημο μπρούμυτα σε ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο με πόρτες ορθάνοιχτες όπως τα φτερά. Κοίταξα προς τα έξω. Μύρισα καμένο χέρσο έδαφος. Ο αέρας ήταν δροσερός και ανανεωμένος. Φυσούσε προς το πρόσωπο μου και έγλειφε τα πόδια μου όπως οι κουρτίνες στο καλοκαιρινό σπίτι. Ίσως έτσι να ήταν το μέλλον. Το αυτοκίνητο όμως ήταν το παρελθόν. Επέστρεψα εκεί που ερχόταν οι επισκέπτες και γελούσαν, ενώ εγώ βρισκόμουν στο τηλεκατευθυνόμενο και τους κοιτούσα. Δεν ήταν διαστημοπλοιο, ήταν μια χρονομηχανή. Με πήγαινε μόνο πίσω. Μπορούσε να με κάνει να επιστρέψω κάπου που πονάω για να γυρίσω. Να με αφήσει να ταξιδέψω όπως ταξιδεύει ένα παιδί. Γύρω γύρω, εδώ κι εκεί και μετά πάλι εκεί που επιθυμώ, εκεί που ξεκίνησα. Σ’ ένα μέρος που ξέρουμε πως είμαστε αγαπημένοι.

Του Γιώργου Τσουλιά.  Προδημοσίευση από το βιβλίο, «Πορσελάνη»

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ