Internet picky literature

Εφήμεροι Άνθρωποι, ένα διήγημα του Ο. Χένρυ

in Πρωτότυπες μεταφράσεις
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Υπάρχει ένα ξενοδοχείο στο Μπροντγουέι που δεν το έχουν ανακαλύψει οι διαφημιστές καλοκαιρινών καταλυμάτων. Είναι μεγάλο και δροσερό. Τα δωμάτια έχουν φινίρισμα μαύρης βελανιδιάς. Έχει μια σπιτική αύρα και πράσινους θάμνους. Μπορεί κανείς να ανέβει τις πλατιές του σκάλες ή να πετάξει προς τα πάνω με τους εναέριους ανελκυστήρες, όπου τους επιβλέπουν ξεναγοί με μπρούτζινα κουμπιά, με μια γαλήνια χαρά που οι αναρριχητές των Άλπεων δεν έχουν εισπράξει. Υπάρχει ένας σεφ στην κουζίνα που θα ετοιμάσει λιμνοπέστροφα καλύτερη από όσες έχουν σερβίρει στα Λευκά Όρη, θαλάσσιο φαγητό που θα έκανε το Old Point Comfort πράσινο από τη ζήλεια του, και κρέας ελαφιού που θα συγκινούσε τον οποιοδήποτε δασοφύλακα.

Λίγοι έχουν ανακαλύψει αυτή την όαση στην έρημο του Μανχάταν. Μέσα στον Ιούλιο θα δει κανείς τους επισκέπτες να είναι σκορπισμένοι σε μια μεγαλόπνοη τραπεζαρία να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον ανάμεσα σε κενά τραπέζια, σχεδόν σιωπηλά.

Οι σερβιτόροι τριγύριζουν παρατηρητικά, σχολαστικά, αχρείαστα, εξυπηρετώντας κάθε επιθυμία πριν αυτή εκφραστεί. Η θερμοκρασία είναι σαν να είναι παντοτινός Απρίλιος. Το ταβάνι είναι βαμμένο με νερομπογιές για να μιμηθεί τον καλοκαιρινό ουρανό κατά μήκος του οποίου τα ντελικάτα σύννεφα κινούνται και δεν εξαφανίζονται.

Ο ήχος του καταράκτη ξεκουράζει τους επισκέπτες και σε κάθε περίεργο βήμα βρίσκονται σε επαγρύπνηση, φοβούμενοι ότι το ησυχαστήριο τους θα ανακαλυφθεί και θα γίνει τόπος εισβολής από τους λάτρεις των απολαύσεων που καταδιώκουν μονίμως τη φύση.

Όσοι είναι γνώστες παραμένουν εκεί και σε περίοδο καύσωνα και χαίρονται τις απολαύσεις του βουνού και της θάλασσας. Αυτόν τον Ιούλιο στο ξενοδοχείο ήρθε κάποια που έδωσε στη ρεσεψιονίστ μια κάρτα με το όνομα “”Μαντάμ Ελουίζ Νταρσί Μπουμόν”.

Η Μαντάμ Μπουμόν ήταν μια πελάτισσα που το ξενοδοχείο Lotus λάτρευε. Είχε τον εκλεπτυσμένο αέρα της ελιτ και μια θερμή ευγένεια που σκλάβωνε τους υπάλληλους του ξενοδοχείου. Οι γκρουμ τσακώνονταν για το ποιος θα αποκριθεί στο κουδούνισμά της, οι άλλοι πελάτες την θεωρούσαν την επιτομή της θηλυκότητας και της ομορφιάς.
Αυτή η καταπληκτική πελάτισσα σπάνια έφευγε από το ξενοδοχείο. Οι συνήθειες ήταν σύμφωνς με αυτές των θαμώνων του ξενοδοχείου. Για να απολαύσει κανείς αυτή την δελεαστική φιλοξενία πρέπει να αποφύγει την πόλη. Το βράδυ μπορεί να βγει, αλλά κατά τη διάρκεια της καυτής μέρα μένει μέσα στην ασφάλεια του Lotus.
Παρότι μόνη στο ξενοδοχείο, απέπνεε την αύρα μιας βασίλισσας της που ήταν μόνη λόγω θέσης και μόνο. Έπαιρνε πρωινό στις δέκα, ήταν ένα δροσερό, γλυκό, λεπταίσθητο πλάσμα που έλαμπε μέσα στη μουντάδα όπως ένα γιασεμί στο σούρουπο.

Στο δείπνο έφτασε στο μεσουράνημά της. Φορούσε μια τουαλέτα τόσο όμορφη και άυλη όσο η ομίχλη ενός αθέατου καταρράκτη στο φαράγγι ενός βουνού. Ήταν ένα φόρεμα που ο μετρ αντίκριζε με σεβασμό. Σκεφτόσουν το Παρίσι όταν το έβλεπες, ίσως μυστηριώδεις κόμησσες, και σίγουρα τις Βερσαλίες και ξιφομάχους και τη Μίνι Φίσκε. Υπήρχε μια ανεξιχνίαστη φήμη ότι η Μαντάμ ήταν κοσμοπολίτισσα. Ούσα τόσο κοσμογυρισμένη,ήταν ένα μικρό θαύμα το ότι αναγνώριζε το Lotus ως το πιο ποθητό σημείο στην Αμερική για μια ξεκούραστη διαμονή στον καύσωνα του καλοκαιριού.

Την τρίτη μέρα παραμονής της Μαντάμ Μπουμόν, ένας νεαρός άνδρας μπήκε στον κατάλογο ως επισκέπτης. Το ντύσιμο του ήταν συγκροτημένο, τα χαρακτηριστικά του ωραία και κανονικά, η έκφραση του αυτή ενός ψύχραιμου και συνειδητοποιημένου άνδρα. Ενημέρωσε τη ρεσεψιονίστ ότι θα έμενε τρεις ή τέσσερις μέρες, ρώτησε σχετικά με τα δρομολόγια των ευρωπαϊκών ατμόπλοιων, και απόλαυσε την απομόνωση του ξενοδοχείο.
Ήταν ο Χάρολντ Φάρινγκτον. Μπήκε στην αποκλειστική και ανέμελη ζωή του Lotus τόσο διακριτικά και σιωπηλά, που η παρουσία του δεν αφύπνισε κανέναν. Έφαγε και ξεκουράστηκε μαζί με τους άλλους τυχερούς ναυτικούς.

Μετά το δείπνο την επόμενη μέρα, μέτά την άφιξη του Χάρολντ Φάρινγκτον, η Μαντάμ Μπουμόν έχασε το μαντήλι της και ο κύριος Φάρινγκτον το ανέκτησε και το επέστρεψε διχως τη διαχυτικότητα που συνοδεύει κάποιον στην πρώτη γνωριμία.

Ίσως υπήρχε ένας μυστικιστικός τεκτονισμός ανάμεσα στους επισκέπτες του Lotus. Ίσως έλκονταν ο ένας με τον άλλο με κοινό παρονομαστή την τύχη του να ανακαλύψουν την ακμή των καλοκαιρινών καταλυμάτων. Αντάλλαξαν λόγια ευγένειας και διστακτικότητας λόγω επισημότητας. Κι έτσι μια εξελίχθηκε, άνθισε και καρποφόρησε επί τόπου. Στάθηκαν για λίγο στο μπαλκόνι, εκεί που τελειώνει ο διάδρομος, κουβεντιάζοντας.

“Καμιά φορά βαριέσαι τα παλιά καταλύματα,” είπε η Μαντάμ Μπουμόν, με ένα αχνό αλλά γλυκό χαμόγελο. “Ποιος ο λόγος να πηγαίνεις στα βουνά ή στη θάλασσα για να ξεφύγεις από το θόρυβο και τη σκόνη όταν οι άνθρωποι που τα προκαλούν μας ακολουθούν εκεί;”

“Ακόμα και στον ωκεανό,” σχολίασε ο Φάρινγκτον, δυστυχώς, “οι Φιλισταίοι είναι στο κατώφλι μας. Τα καλύτερα ατμόπλοια σχεδόν δεν διαφέρουν από φεριμπότ. Ας μας βοηθήσει ο Θεός αν ο καλοκαιρινός τουρίστας ανακαλύψει το Lotus.”

“Ελπίζω ότι το μυστικό μας θα είναι ασφαλές για μια βδομάδα,” είπε η Μαντάμ, με έναν αναστεναγμό και ένα χαμογελο. “Δεν ξέρω που θα πήγαινα αν είχαν καταλάβει το Lotus. Ξέρω μόνο ένα μέρος τόσο ευχάριστο μέσα στο καλοκαίρι, και αυτό είναι το κάστρο του κόμη Πολίνσκι στα Ουράλια Όρη.”

Ακούω ότι το Μπάντεν-Μπάντεν και οι Κάννες είναι σχεδόν έρημα αυτή τη σεζόν,” είπε ο Φάρινγκτον. “Χρόνο με το χρόνο τα παλιά καταλύματα πέφτουν σε ανυποληψία. Ίσως πολλοί άλλοι, όπως εμείς, ψάχνουν ήσυχες γωνίες που τις προσπερνά η πλειονότητα.”

Υπόσχομαι στον εαυτό μου τρεις μέρες ακόμα ξεκούρασης,” είπε η Μαντάμ Μπουμόν. “Την Δευτέρα φεύγει το πλοίο.”

Η λύπη του Χάρολντ Φάρινγκτον εκδηλώθηκε στα μάτια του. “Πρέπει να φύγω επίσης τη Δευτέρα,” είπε, “αλλά δεν θα πάω στο εξωτερικό.”

Η Μαντάμ Μπουμόν σήκωσε τους ώμους της ως χειρονομία.

“Κανείς δεν μπορεί να μείνει εδώ για πάντα, όσο γοητευτικό και αν είναι. Το κάστρο έχει ετοιμαστεί για μένα παραπάνω από μήνα. Αλλά δεν θα ξεχάσω τη βδομάδα μου στο ξενοδοχείο Lotus.

“Ούτε εγώ,” είπε ο Φάρινγκτον χαμηλόφωνα, “και δεν πρέπει να συγχωρήσω το πλοίο Cedric.”

Την Κυριακή το βράδυ, τρεις μέρες μετά, οι δυο τους κάθισαν σε ένα μικρό τραπέζι στο ίδιο μπαλκόνι. Ένας σερβιτόρος έφερε γρανίτες και μικρά ποτήρια μπορντό κρασί.
Η Μαντάμ Μπουμόν φόρεσε το ίδιο όμορφο βραδινό φόρεμα που έβαζε σε κάθε δείπνο. Έμοιαζε σκεπτική. Κοντά στο χέρι που ακουμπούσε στο τραπέζι βρισκόταν μια μικρή τσάντα. Αφού έφαγε τη γρανίτα της, άνοιξε την τσάντα και έβγαλε ένα δολάριο.

“Κύριε Φάρινγκτον,” είπε, με το χαμόγελο που είχε κερδίσει το Lotus, “θέλω να σας πω κάτι. Θα φύγω πριν το πρωινό, επειδή πρέπει να υρίσω στη δουλειά μου. Δουλεύω ως ταμίας στα καλσόν στο Casey’s Mammoth και οι διακοπές μου είναι μέχρι τις οκτώ αύρριο. Αυτό το δολάριο είναι το τελευταίο που θα δω μέχρι να πάρω τον οκτώ δολαρίων μισθό μου το επόμενο Σάββατο. Είστε πραγματικός τζέντλεμαν, και ήσασταν καλός μαζί μου, ήθελα να σας το πω πριν φύγω. Έκανα αποταμιεύσεις στους μισθούς μου για ένα χρόνο μόνο γι’ αυτές τις διακοπές. Ήθελα να περάσω μια βδομάδα σαν κυρία αν δεν έχω ποτέ την ευκαιρία για άλλη. Ήθελα να σηκωθώ όταν το επιθυμώ εγώ αντί να έρπομαι στις επτά κάθε πρωί, και ήθελα να ζήσω στο μέγιστο και να με περιμένουν στο ασανσέρ όπως κάνουν με τους πλούσιους. Τώρα το έκανα, έζησα τις πιο χαρούμενες στιγμές που προσμένω από τη ζωή μου. Θα επιστρέψω στη δουλειά μου και στο μικρό μου υπνοδωμάτιο ευχαριστημένη για άλλο ένα χρόνο. Ήθελα να σας το πω, κύριε Φάρινγκον, γιατί πίστεψα ότι κάπως σας άρεσα, και μου αρέσατε κι εσείς. Αλλά δεν θα μπορούσα να σας εξαπατήσω άλλο, ήταν όλα σαν παραμύθι. Έτσι μίλησα για την Ευρώπη και για πράγματα που έχω διαβάσει για άλλες χώρες, και σας έκανα να πιστεύετε ότι είμαι κάποια σπουδαία κυρία.

“Το φόρεμα μου – το μόνο που έχω και μου ταιριάζει σωστά – το αγόρασα από το O’Dowd και Levinsky με δόσεις.”

“Κόστισε εβδομήντα πέντε δολάρια, και ράφτηκε με ακρίβεια. Πλήρωσα 10 δολάρια μπροστά, και θα τους δίνω 1 δολάριο τη βδομάδα μέχρι να το αποπληρώσω. Αυτά ήταν όλα όσα ήθελα να πω, κύριε Φάρινγκτον, και ότι το ονομά μου είναι Μάμι Σίβιτερ αντί για Μαντάμ Μπουμόν, και σας ευχαριστώ που με ακούσατε. Αυτό το δολάριο θα ξοφλήσει την αυριανή δόση. Υποθέτω ότι θα πάω στο δωμάτιο μου τώρα.”

Ο Χάρολντ Φάρινγκτον άκουσε το ρεσιτάλ της πιο αγαπημένης επισκέπτριας του Lotus με μια ασυγκίνητη έκφραση. Όταν ολοκλήρωσε τράβηξε ένα βιβλιο σαν μπλοκ επιταγών από το παλτό του. Έγραψε σε λευκό φύλλο με ένα μολυβάκι, το έσκισε, το έδωσε στον συνταξιδιώτη του και πήρε το δολάριο.

“Πρέπει επίσης να πάω στη δουλειά το πρωί,” είπε, “και καλό είναι να ξεκινήσω τώρα. Αυτή είναι μια απόδειξη είσπραξης. Είμαι εισπράκτορας στο O’Dowd και Levinsky εδώ και τρία χρόνια. Δεν είναι αστείο; Είχαμε την ίδια ιδέα για το πως θα περάσουμε τις διακοπές μας. Πάντα ήθελα να μείνω σε ένα φίνο ξενοδοχείο και αποταμίευσα κι εγώ. Τι θα λέγατε, κυρία μου, για μια εκδρομή στο Κόνι Σάββατο βράδυ με βάρκα;”

Το πρόσωπο της ψεύτικης Μαντάμ Ελουίζ Νταρσί Μπουμόν έλαμψε.

“Ω, σίγουρα θα έρθω, κύριε Φάρινγκτον. Το κατάσταημα κλείνει στις δώδεκα τα Σάββατα. Υποθέτω ότι το Κόνι θα είναι ωραίο, ακόμα και αν περάσαμε μια βδομάδα στη χλιδή.
Κάτω από το μπαλκόνι η πόλη είναι αποπνικτική και βουίζει. Μέσα στο ξενοδοχείο οι σκιές βασιλεύουν, και ο σερβιτόρος περιμένει το νεύμα της Μαντάμ και του συνοδού τους.

Στην πόρτα του ασανσέρ ο καθένας πήρε το δρόμο του. Αλλά πριν μπουν στο κλουβί: “Μόνο ξέχασε αυτό το “Χάρολντ Φάρινκτον”, ενταξει; ΜακΜάνους είναι το όνομά μου – Τζέιμς ΜακΜάνους. Μερικοί με φωνάζουν Τζίμι.”

“Καληνύχτα, Τζίμι,” είπε η Μαντάμ.

Μετάφραση: Γιώργος Τσουλιάς

Το διήγημα ανακτήθηκε από τον ακόλουθο σύνδεσμο

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Charles Bukowski | All the way

Αν πρόκειται να προσπαθήσεις, κάνε όλη τη διαδρομή διαφορετικά μην αρχίσεις καν. Αν πρόκειται
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ