Internet picky literature

Η Σειρά της, ένα διήγημα του Ντ. Χ. Λώρενς

in Πρωτότυπες μεταφράσεις
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Ήταν η δεύτερη σύζυγός του, και ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν το άισθημα της ανακωχήςπου δεν επικρατεί μεταξύ ενός άνδρα και της πρώτης του γυναίκας.

Ήταν κάποιος για τις γυναίκες, μια εξαίρεση ανάμεσα σε ανθρακωρύχους. Παρόλη την σεμνοτυφία τους, άρεσε στις γειτόνισσες: ήταν μεγαλόσωμος, αφελής, και ευγενής μαζί τους – έτσι ήταν και με τη δεύτερη γυναίκα του.

Όντας μεγαλόσωμος με υπολογίσιμη δύναμη και τέλεια υγεία, έπαιρνε καλά χρήματα. Η φυσική του ευγένεια των έσωζε από τους εχθρούς του, ενώ η φρέσκια προσέγγιση του στη ζωή έκανε την παρουσία του μονίμως θετική. Έτσι χαράξε το δρόμο του, είχε πάντα πολλούς φίλους, πάντα μια καλή δουλειά.

Έδινε στη γυναίκα του τριάντα πέντε σελίνια τη βδομάδα. Είχε αναθρέψει δύο γιους στο σπίτι, και τους έδινε από δώδεκα σελίνια στον καθένα. Υπήρχε μονάχα ένα παιδί από τον δεύτερο γάμο και ο Ράντφορντ θεωρούσε ότι η γυναίκα του είχε συμπεριφερθεί σωστά.

Δεκαοκτώ μήνες πριν, οι άνδρες των Μπάιαν και Γουέντγορθ απέργησαν για έντεκα βδομάδες. Εκείνο το διάστημα, η κα Ραντφορντ δεν μπορούσε ούτε να καλοπιάσει, ούτε να παρακαλέσει, ούτε να παραπονεθεί για τα δέκα σελίνια της απεργίας στον άνδρα της. Έτσι όταν ξεκίνησε η δεύτερη απεργία, ήταν έτοιμη να δράσει.

Ο Ράντφορντ πήγαινε διακριτικά στην γυναίκα του ταβερνιάρη στο Γκόλντεν Χορν. Είναι μια μεγαλόσωμη, άνετη κυρία των σαράντα ετών, και ο άντρας των εξήντα τριών, με ρευματισμό. Κάθεται στη μικρή αίθουσα υποδοής του μπαρ, πλέκοντας και πίνοντας ένα ελαφρύ ουίσκι. Όταν φτάνει πλησιάζει κάποιος ευπρεπής άνθρωπος, σηκώνεται, τον εξυπηρετεί, τον εξετάζει και, αν της αρέσει το παρουσιαστικό λέει:

“Δεν θα μπείτε μέσα κύριε;”

Αν μπει, δεν θα βρει παραπάνω από έναν ή δύο άνρες. Ο χώρος είναι ζεστός, κάπως μικρός. Η ιδιοκτήτρια πλέκει. Λέει μερικά ευγενικά λόγια στον ξένο και μετά συνεχίζει τη συζήτηση με τον πελάτη που την ενδιαφέρει περισσότερο. Είναι ευθύς, με ζωηρά χρώματα και κοινότοπα καφέ μάτια.

“Τι με ρωτήσατε, κύριε Ράντφορντ;”

“Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ουρά του γαϊδάρου και ενός ουράνιου τόξου;” ρώτησε ο Ράντφορντ, ο οποίος είχε ένα πάθος για τα αινίγματα.

“Η μεγαλύτερη διαφορά του κόσμου,” απάντησε η ιδιοκτήτρια.

“Ναι, αλλά ποια είναι η ιδιαίτερη διαφορά;”

“Θα πρέπει να τα παρατήσω. Θα σκέφτεστε ότι είμαι το κεφάλι του γαϊδάρου, φοβάμαι.”

“Δεν θα το έλεγα. Αλλά θα πρέπει να σκεφτείτε ότι…”

Το αίνιγμα ήταν ακόμα υπό εξέλιξη, μέχρι που μπήκε μια κοπέλα στο μπαρ. Ήταν μελαμψή, σωστό θηρίο. Αφού βγήκε έξω:

“Ξέρεις ποια είναι αυτή;” ρώτησε η ιδιοκτήτρια.

“Δεν μπορώ να πω,” απάντησε ο Ράντφορντ.

“Είναι η κόρη του Φρέντερικ Πίνοκ, από το Στόνι Φόρντ. Ζαχαρώνει τον Γουίλυ μας.”

“Και φαίνεται όμορφη, επίσης.”

“Ναι, είναι αρκετά καλή, όσο μπορεί να είναι. Τι είδους σύζυγος πιστεύεις θα μπορούσε να γίνει;

“Άσε με να το σκεφτώ λιγάκι,” απάντησε. Έβγαλε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι. Η ιδιοκτήτρια συνέχισε να μιλάει στους άλλους θαμώνες.

Ο Ράντφορντ ήταν ένας μεγαλόσωμος τύπος, μαυρομάλλης, με πράσινο μουστάκι, και σκου΄ρα μπλε μάτια. Η φωνή του είχε μια φυσικότητα στο βάθος της, ήταν έντονη και είχε ιδιότυπη χροιά, επιπέδου τενόρου, ενιότε και μια βραχνάδα, που ήταν ενοχλητική. Την προσάρμοζε ανάλογα με το τι έλεγε, όπως κάνουν οι άνδρες που μιλάνε με γυναίκες. Πάντα ήταν ελαφρώς τεμπέλης.

“Ο αφέντης μας είναι τεμπέλης,” έλεγε η σύζυγός του. “Υπάρχουν πολλές που δουλειές να κάνει, αλλά άντε να τον βάλεις να τις κάνει.

Αλλά ήξερε ότι ήταν αδιάφορος σε μικρές δουλειές, και όχι τεμπέλης.

Έκατσε για δέκα λεπτά και έγραψε, και στο τέλος διάβασε:
“Βλέπω μια ωραία κοπέλα γεμάτη ζωή.

Τη βλέπω έτοιμη για γάμο

Αλλά υπάρχει ζήλια ανάμεσα στα φρύδια της

Και ζήλια στο στόμα της

Ο Γουίλυ είναι ντελικάτος

Δεν θα του κάνει καλό

Δεν θα μπορούσε να καταλάβει πότε δεν είναι καλά

Θα έβλεπε μόνο αυτό που ήθελε–”

Έτσι, μέσα σε σύντομες φράσεις, κατέγραψε τις σκέψεις του. Το εκφραστικό κομμάτι τον παίδευε, επομένως οτιδήποτε σοβαρό ήθελε να γράψει το έκανε με ποιητικό ύφος, όπως το αποκαλούσε.

Η ιδιοκτήτρια σηκώθηκε λέγοντας:

“Πρέπει να κοιτάξω τον άντρα μου και να γυρίσω πριν κλείσουμε.”

Ο Ράντφορντ παρέμεινε λίγο ακόμη. Μετά από λίγο καληνύχτισε την παρέα.

Όταν γύρισε, στις έντεκα και τέταρτο, οι γιοι του ήταν στο κρεβάτι, και η γυναίκα του τον περίμενε καθιστή. Ήταν μια γυναίκα μετρίου ύψους, χοντρή και κομψή. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν απαλά, τα σχιστά της μάτια ήταν πονηρά και σατιρικά, και είχε έναν περίεργο ένρινο τόνο στη φωνή της.

“Η κυρία μου είναι μια γατούλα,” της είπε εύθυμα. Το πρόσωπο της εκείνη τη στιγμή ήταν αξιοπρόσεκτο. Ήταν πολύ υγιής.

Ποτέ δεν γύρισε σπίτι μεθυσμένος. Έβγαλε το παλτό και το καπέλα του, και κάθισε για βραδινό μαζεύοντας τα μανίκια του. Την εντυπωσίαζε. Είχε έναν δυνατό λαιμό και όσο θυμωμένη και να ήταν, ήταν παθιασμένη γι’ αυτό το λαιμό, ιδιαίτερα όταν έβλεπε μια μεγάλη φλέβα να αναδύεται κάτω από το δέρμα του.

“Νομίζω, κυρία μου,” είπε, “Θα προτιμούσα να φάω τυρί παρά αυτό το κρέας.”

“Δεν μπορείς να το πάρεις μόνος σου;”

“Ναι, φυσικά και μπορώ,” είπε, και πήγε στο κελάρι.

“Νομίζω, ότι αν έρχεσαι τέτοια ώρα μες στη νύχτα, πρέπει να κάνεις μόνος σου κάποιο πράγματα”, του εξήγησε.

Μετακινήθηκε από την καρέκλα της. Υπήρχαν τάρτες με μέλι στο πιάτο του.

“Κυρά μου, θα κατέβουν στο στομάχι πολύ εύκολα”, της είπε.

“Μα φυσικά! Γι’ αυτό καλύτερα να συνεισφέρεις στο να της αγοράζουμε,”, του είπε, πρόσχαρα και αποφασισμένα.

“Τι προσπαθείς να πεις;”

“Τι προσπαθώ; Δεν μπορείς να σκεφτείς;” του είπε σαρκαστικά.

“Δεν θέλω να σκέφτομαι, κυρία μου.”

“Το ξέρω. Αλλά που είναι τα λεφτά μου; Πληρώθηκες σήμερα. Εγώ τι μερίδιο έχω;”

“Όταν έχω χρήματα πρέπει να τα χρησιμοποιώ.”

“Δεν έχεις χρήματα;”

“Μέχρι να πληρωθούμε δεν είχα ούτε μισή δεκάρα.”

“Τότε πρέπει να ντρέπεσαι που το λες.”

“Συμβαίνει.”

“Θα μοιραστούμε τα χρήματα του σωματείου,” του είπε. “Δεν είναι τίποτα σημαντικό, αλλά είναι το σωστό.”

“Είναι πολλά χρήματα.”

“Ω, εντάξει.”

Πήγε να ξαπλώσει. Ένιωθε σφιγμένη που δεν μπορούσε να του αποσπάσει πολλές πληροφορίες.

Την επόμενη μέρα ένιωθε καλύτερα. Στις έντεκα πήρε την τσάντα τους και κατευθύνθηκε στην πόλη. H εμπορική δραστηριότητα ήταν χαλαρή. Οι άνδρες στέκονταν σε παρέες και έπαιζαν βόλους σε όλους τους δρόμους. Ήταν ένα ηλιούλουστο πρωινό. Η κυρία Ράντφορντ μπήκε σε ένα μαγαζί ταπετσαριών και επίπλων.

“Είναι μερικά πράγματα που θέλω να δω,” είπε στον κύριο Άλοκ, “και τα θέλω για το σπίτι, οπότε μπορεί να τα πάρω τώρα, όσο οι άνδρες είναι στο σπίτι και μπορούν να τα τακτοποιήσουν.”

Άφησε την τσάντα της στον πάγκο. Αγόρασε λινοτάπητα για την κουζίνα, ένα στεγνωτήρα ένα σετ πρωϊνού, ένα στρώμα και διάφορα άλλα πράγματα, κρατώντας τριάντα σελήνια που τα φυλούσε μέσα στο μαντήλι της. Στην τσάντα της είχε λίγο ασήμι.

Ο άνδρας της ασχολούταν με τον κήπο όταν εκείνη επέστρεψε σπίτι. Οι νάρκισσοι ήταν εκεί. Τα πουλάρια μπέρδευαν τους λαιμούς τους.

“Έλα εδώ,” της φώναξε ο Ράντφορντ. Δύο περιστέρια γουργούριζαν σε ένα κλουβί.

“Τι έγινε;” τον ρώτησε η γυναίκα, ενώ πλησιάζε. Κράτησε μια χελώνα μπροστά της. Έβγαζε το κεφάλι της πολύ αργά.

Είναι ξύπνια μερικές φορές,” είπε ο Ράντφορντ.

“Είναι σαν τους άνδρες που ξυπνάνε για τις διακοπές,” είπε η σύζυγός του. Χάιδεψε το μικρό τερατάκι στο κεφάλι.

“Χαίρομαι που τη βρήκαμε,” είπε εκείνος.

Είχαν μόλις τελειώσει το δείπνο τους, όταν ένας άνδρας χτύπησε την πόρτα.

Από του Άλοκς!” φώναξε.

Η γυναίκα άνοιξε και πήρε το καλάθι με τα πιατικά που αγόρασε.

“Τι έχεις εκεί;”, τη ρώτησε ο άνδρας της.

“Θέλαμε πολύ καιρό μερικές κούπες για πρωϊνό, και πήγα στην πόλη σήμερα το πρωί να κάνω ψώνια,” του απάντησε.

Την παρατηρούσε να τις βγάζει από το καλάθι.

“Χμ.” είπε. “Πρέπει να κόστισαν.”

Ακούστηκε ξανά ένας γδούπος στην πόρτα. Ο άνδρας που ήρθε προηγουμένως άφησε κάτω τον λινοτάπητα. Ο κύριος Ράντφορντ τον περιεργάστηκε.

“Έρχονται απανωτά!” σχολίασε.

Ποιος γκρινιάζει περισσότερο από σένα για το κουρελιασμένο χαλί στην κουζίνα” είπε με πονηρή χροιά η γυναίακ του.

“Εντάξει, ένταξει,” είπε ο Ράντφορντ.

Μια νέα προσθήκη στις αγορές κατέφθασε μετά από λίγο.

“Και πόσο υπολογίζεις να κοστίσουν όλα αυτά;” ρώτησε.

“Α, είναι όλα πληρωμένα, μην ανησυχείς,” του απάντησε.

“Μπορείτε να με βοηθήσετε, κύριε;” είπε ο μεταφορέας.

Ο Ράντφορντ τον ακολούθησε μέχρι την είσοδο και η γυναίκα του πήγε μαζί του. To γιλέκο του κρεμόταν. Εκείνη παρατηρούσε την νωχελικότητα του και γελούσε μόνη της.

Ο αμαξάς κράτησε το στρώμα από την άκρη και το τράβηξε.

“Αυτό είναι όνειρο!” είπε ο Ράντφορντ πιάνοντας το στρώμα.

“Τώρα τον στεγνωτήρα,” είπε ο αμαξάς.

“Σε τι θα χρησιμέψει αυτό;” ρώτησε ο άνδρας της.

“Είπα στον εαυτό μου την τελευταία φορά που έπλυνα ρούχα, ότι αν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω εκείνο τον στεγνωτήρα ξανά, θα έπρεπε να πλύνεις τα ρούχα μόνος σου.

Ο Ράντφορντ ακολούθησε τον μεταφορέα πάλι μέχρι την είσοδο. Οι γυναίκες είχαν βγει στο δρόμο και κοιτούσαν, και οι άνδρες χάζευαν την άμαξα.

Ένας βοήθησε με τον στεγνωτήρα.

“Δώστου τρεις πένες,” είπε η κυρία Ράντφορντ.

“Δώστου εσύ,” απάντησε ο άνδρας της.

“Δεν έχω αρκετά ψηλά.”

Ο Ράντφορντ έδωσε φιλοδώρημα στον αμαξά και επέστρεψε μέσα. Έριξε μια ματιά στα ψώνια και στα άλλα καλά που πλημμύρισαν το σπίτι.

“Είναι παρά πολλά.”

“Σταθήκαμε στην ανάγκη,” του είπε.

“Ελπίζω να έμειναν λίγα χρήματα” απάντησε απειλητικά.

“Αυτό είναι το πρόβλημα.” Άνοιξε την τσάντα της. “Δυόμιση κορώνες είναι ό,τι μου έμεινε.

Στάθηκε εμβρόντητος και πάγωσε.

“Έτσι είναι.” του είπε.

Εκείνη είχε μια περήφανη αίσθηση ικανοποίσης. Εκείνος εξοργίστηκε, τυφλώθηκε από το θυμό. Αλλά περίμενε και περίμενε. Σήκωσε το χέρι του, έσφιξε τη γροθιά του, και τα μάτια του άστραψαν καταπάνω της. Εκείνη απομακρύνθηκε, χλωμιασμένη και φοβισμένη. Αλλά αυτός κατεύθυνε τη γροθιά στο πλάι του και γύρισε να φύγει, μουρμουρίοντας. Στάθηκε στη μέση του κήπου, πήρε την χελώνα και χάιδεψε στοργικά το κεφάλι της.

Τον κοίταζε και δίσταζε. Η καρδιά της είχε βαρύνει, αλλά παρόλα αυτά ένιωθε μια ένοχη και ύπουλη ευχαρίστηση. Πήγε μέσα και παρατήρησε τις νέες κούπες της, θαυμάζοντας τες.

Την επόμενη βδομάδα της έδωσε τη μισή του λίρα, χωρίς να πει κάτι.

“Θα θέλεις και κάτι για σένα,” είπε, και του έδωσε ένα σελίνι. Εκείνος το δέχτηκε.

Μετάφραση: Γιώργος Τσουλιάς

Το διήγημα ανακτήθηκε από τον ακόλουθο σύνδεσμο

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ