Internet picky literature

Μαρία Πολυδούρη, μια καταραμένη και ρομαντική μορφής της ελληνικής ποίησης

in Pickings
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Ο Απρίλιος ήταν ο μήνας που έφερε στη ζωή τη Μαρία Πολυδούρη αλλά κι ο ίδιος εκείνος μήνας που εκείνη έφυγε από αυτήν. Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής, ιδιαίτερα λυρική και συναισθηματική στην ποίησή της, η Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλάμάτα την 1η Απριλίου του 1902 και πέθανε στις 29 του Απρίλη του 1930 από ένεση μορφίνης την οποία η ίδια είχε ζητήσει να της φέρει ο στενός της φίλος Βασίλης Γεντέκος στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια, όπου νοσηλευόταν για θεραπεία από τη φυματίωση.

Κόρη του Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, είχε την τύχη να μεγαλώσει σε μια οικογένεια φιλελεύθερη και προοδευτική κι από νωρίς να αναπτύξει τόσο τις καλλιτεχνικές της ικανότητες όσο και την κοινωνική της ευαισθησία.

Τελειώνοντας το σχολείο, στα δεκαέξι της μόλις χρόνια θα διοριστεί στη Νομαρχία Μεσσηνίας αλλά το 1921 κι ενώ έχει προηγηθεί ο θάνατος και των δύο γονιών της μέσα σε διάστημα 40 ημερών το 1920, θα μετατεθεί στη Νομαρχία Αθηνών ενώ παράλληλα θα εγγραφεί και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τον Ιανουάριο του 1922 θα συναντηθεί για πρώτη φορά με τον επίσης συνάδελφό της στη Νομαρχία Κωνσταντίνο Καρυωτάκη που τότε ήταν 26 ετών. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί ένας δυνατός έρωτας ο οποίος θα επηρεάσει όχι μόνο το έργο της αλλά και την ίδια τη ζωή της και για τον οποίο θα γράψει ένα από τα ωραιότερα ποιήματά της.

Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

 

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο

κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

 

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν

με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο

της ύπαρξής μου στέμμα,

μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

 

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη

στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

 

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω

τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες

κι έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

 

                                (Οι τρίλιες που σβήνουν, 1928)

 

Όταν ο Καρυωτάκης θα ανακαλύψει ότι πάσχει από σύφιλη και θα της ζητήσει να χωρίσουν, η Πολυδούρη επίμονα θα του ζητήσει να παντρευτούν. Η αποφασιστική του άρνηση όμως θα την κάνει να  θεωρήσει ότι η ασθένεια ήταν πρόσχημα για να την εγκαταλείψει.

Στις αρχές του 1925 η Πολυδούρη θα αρραβωνιαστεί το δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου για να τον αφήσει ένα χρόνο αργότερα και να φύγει για το Παρίσι. Μέσα στο διάστημα του χρόνου του αρραβώνα της, αδυνατώντας να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε εγκατέλειψε τη Νομική, έχασε τη δουλειά της στη Νομαρχία κι αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο φοιτώντας στη Δραματική Σχολή Κουναλλάκη. Στο Παρίσι θα σπουδάσει ραπτική αλλά δε θα εξασκήσει το επάγγελμα καθώς θα προσβληθεί από φυματίωση, επιβιώνοντας δύσκολα με ελάχιστα μέσα στο βαρύ χειμώνα της γαλλικής πρωτεύουσας. Άρρωστη και χωρίς οικονομικούς πόρους θα γυρίσει στην Αθήνα και θα νοσηλευτεί στο σανατόριο «Σωτηρία». Είναι η χρονιά που θα κυκλοφορήσει και η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν».

Την ίδια εποχή με την Πολυδούρη νοσηλευόταν στη «Σωτηρία», στην  Γ΄ θέση απόρων άρρωστος από τη φυματίωση και ο Γιάννης Ρίτσος. Τα απογεύματα, για να παρηγορηθεί, κατέβαινε στο ισόγειο όπου στην «αίθουσα  υποδοχής» βρισκόταν ένα μεγάλο πιάνο με ουρά κι έπαιζε μουσική. Έτσι γνωρίστηκε με την Πολυδούρη που ακούγοντας τη μουσική κατέβηκε να δει ποιος παίζει κι από τότε συνδέθηκαν με στενή φιλία. Μάλιστα εκείνη έγραψε για το Ρίτσο το ποίημα «Βαριά Καρδιά» κι αργότερα το ποίημα «Θυσία» κι εκείνος με τη σειρά του της αφιέρωσε τα «Σπασμένα Φτερά».

«Ήταν μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας κι ομορφιάς», θα πει αργότερα ο Ρίτσος για την Πολυδούρη. Αλλά και η Πολυδούρη, όταν ο αδελφή της Βιργινία τη ρώτησε, γιατί αφιερώνει ένα ποίημά της στο Ρίτσο, απάντησε ότι «ο Ρίτσος προμηνύεται να γίνει μεγάλος».

Από το σανατόριο θα περάσει να την επισκεφτεί κι ο Καρυωτάκης σε μια συγκρατημένη και μάλλον τυπική επίσκεψη πριν φύγει για την τελευταία του μετάθεση στην Πρέβεζα όπου και θα αυτοκτονήσει τον Ιούλιο του 1928. Ο θάνατός του θα είναι το τελικό χτύπημα για την Πολυδούρη που δεν έχει πάψει να τον αγαπά. Κι ενώ η υγεία της έδειχνε σημάδια ικανοποιητικής βελτίωσης η ίδια έχοντας σχεδόν παραιτηθεί από τη επιθυμία να ζήσει να αφεθεί τελείως κάνοντας σχεδόν τα αντίθετα από εκείνα που τη συμβουλεύουν οι γιατροί.

Θα εισαχθεί ξανά στη «Σωτηρία» κι έπειτα ύστερα από παρέμβαση του πρώην αρραβωνιαστικού της, καθώς η ίδια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για κάτι καλύτερο, θα μεταφερθεί στην κλινική του Χρηστομάνου. Είχε προηγηθεί η σχετικά άκομψη δημόσια έκκληση του Κώστα Ουράνη για βοήθεια στο «Ελεύθερο Βήμα» να «μην αφήσουν μια νέα ποιήτρια να χαθεί», ζητώντας τη μεταφορά της στο φθισιατρείο της Πάρνηθας που εξόργισε την Πολυδούρη η οποία και απαγόρευσε τον έρανο.

Η Μαρία Πολυδούρη μας άφησε δύο ποιητικές συλλογές («Οι τρίλλιες που σβήνουν»,1928 και «Ηχώ στο χάος», 1929), το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα που δεν κατάφερε να εκδώσει όσο ζούσε που αναφέρεται σε μια ερωτική ιστορία και της δίνει αφορμή για να επικρίνει το συντηρητισμό της εποχής της. Οι βασικοί θεματικοί άξονες του έργου της είναι ο θάνατός κι ο έρωτας, στοιχεία που τη στιγμάτισαν στη σύντομη ζωή της. Όπως και οι υπόλοιποι ποιητές της γενιάς της που σχεδόν όλοι τους έφυγαν νωρίς, στους στίχους της κυριαρχεί η θλίψη, η έλλειψη ικανοποίησης απο τον κόσμο και τη ζωή, η μελαγχολία και η παρακμή.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να θεωρήσουμε ότι στη ζωή της η Πολυδούρη υπήρξε έρμαιο αυτής της μελαγχολίας. Αντιθέτως η ίδια ήταν μια γυναίκα έξυπνη και καλλιεργημένη, χειραφετημένη μέσα σε μια δύσκολη για τις γυναίκες εποχή, με το θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της ενώ υποστήριξε το γυνακείο ζήτημα όπως κι άλλα κοινωνικά θέματα της εποχής μέσα στην οποία έζησε. Στο διαμέρισμά της στην οδό Μεθώνης στα Εξάρχεια την επισκέπτονταν διαννοούμενοι με τους οποίους έκανε παρέα, γυναίκες και άνδρες, κάπνιζε, παρακολουθούσε την ελληνική και ξένη λογοτεχνία, έγραφε και γλεντούσε.

«Το να μπορώ να γράψω είναι η υπέρτατη ευτυχία μου κι η μοναδική», έγραψε σε μια επιστολή της προς το Βασίλη Γεντέκο το 1927 από το Παρίσι. Και πράγματι, αυτή υπήρξε η ουσιαστική σταθερά στη ζωή της και μία από τις κυριότερες αρετές της που δεν την εγκατέλειψε ποτέ, μέχρι το τέλος.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Η Δέσποινα Μανωλακάκη γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου ενός βροχερού απογεύματος στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Από παιδί αγαπούσε πολύ τα βιβλία, τη μυρωδιά του καφέ, του καπνού και τα τρένα. Έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Ε.Κ.Π.Α. κι αυτή την περίοδο εργάζεται στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. Της αρέσουν πολύ τα ταξίδια και προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να γράφει, να παρατηρεί τους ανθρώπους και να ταξιδεύει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ