Ο τέταρτος Συναγερμός, μια ιστορία του Τζον Τσήβερ

in Πρωτότυπες μεταφράσεις
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Κάθομαι στον ήλιο πίνοντας τζιν. Είναι δέκα το πρωί. Κυριακή. Η κυρία Έξμπριτζ έχει πάει κάπου με τα παιδιά. Είναι η οικονόμος. Μαγειρεύει και φροντίζει τον Πίτερ και τη Λουίζ.

Είναι φθινόπωρο. Τα φύλλα έχουν κιτρινίσει. Έχει άπνοια, αλλά τα φύλλα πέφτουν κατά εκατοντάδες. Για να δει κανείς οτιδήποτε – ένα φύλλο ή ένα έλασμα γρασιδιού- πρέπει, νομίζω, να γνωρίζει την χαρά της αγάπης. Η κυρία Έξμπριτζ είναι εξήντα τριών, η συζυγός μου λείπει, και η κυρία Σμιθσόνιαν (που μένει στην άλλη πλευρά της πόλης) είναι σπανιώς πρόθυμη αυτές τις μέρες, έτσι μου λείπει ένα τμήμα των πρωϊνων, σαν ο χρόνος να είχε ένα όριο ή μια σειρά ορίων που δεν μπορώ να διασχίσω. Κλωτσόντας μια μπάλα ίσως τα καταφέρω, αλλά ο Πίτερ είναι πολύ μικρός και ο μόνος γείτονας που ασχολείται με ποδόσφαιρο πηγαίνει στην εκκλησία.

Η σύζυγός μου, η Μπέρθα, αναμένεται τη Δευτέρα στην πόλη και επιστρέφει την Τρίτη. Η Μπέρθα είναι μια εμφανίσιμη νεαρή γυναίκα με έξοχο σώμα. Τα μάτια της, νομίζω, είναι λίγο κοντά μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο που ασκούσαν αυστηρότητα. “Αν μετρήσω μέχρι το τρία και δεν έχεις φάει το πρωϊνό που έκανε η μαμά”, έλεγε, “θα σε στείλω πίσω στο κρεβάτι.. Ένα. Δύο. Τρία…” Το άκουσα ξανά στο δείπνο. “Αν μετρήσω μέχρι το τρία και δεν έχεις φάει το ωραίο φαγητό που μαγείρεψε η μαμά θα σε στείλω στο κρεβάτι χωρίς βραδινό. Ένα. Δύο. Τρία…” Το άκουσα ξανά. “Αν δεν μαζέψεις τα παιχνίδια σου πριν η μαμά μετρήσει ως το τρία, θα τα πεταξέι. Ένα. Δύο. Τρία…” Και κάπως έτσι συνεχίστηκε, ήταν το νανούρισμά τους. Μερικές φορές σκέφτομαι πώς εκείνη έμαθε να μετράει όταν ήταν ακόμα βρέφος και στο τέλος μετρούσε αντίστροφα για τον Άγγελο του Θανάτου. Θα με συγχωρέσετε, αλλά θα πιο ένα ακόμα ποτήρι τζιν.

Όταν τα παιδιά ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να πηγαίνουν σχολείο, η Μπέρθα έπιασε δουλειά διδάσκοντας κοινωνιολογία στην έκτη τάξη. Την κρατούσε απασχολημένη και ευτυχισμένη και έλεγε πως πάντα ήθελε να γίνει δασκάλα. Φημιζόταν για την αυστηρότητά της. Φορούσε σκούρα ρούχα, έφτιαχνε τα μαλλιά της απλά, και ζητούσε υπακοή από τους μαθητές της. Για να δώσει ποικιλία στη ζωή της γράφτηκε σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. Έπαιζε την καμαριέρα και την καρακάξα. Οι φίλοι που έκανε στο θέατρο ήταν όλοι ευχάριστοι άνθρωποι και απολάμβανα να την πηγαίνω στα πάρτι τους. Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι η Μπέρθα δεν πίνει. Θα πιει ένα Ντουμπονέτ ευγενικά, αλλά δεν απολαμβάνει το ποτό.

Μέσω των θεατρικών της φίλων έμαθε ότι γίνονται ακροάσεις για μια γυμνή παράσταση με την ονομασία Οζαμανίδης II. Μου το είπε, μαζί με ό,τι συνεπαγόταν. Η αναρρωτική της άδεια περιλάμβανε δέκα μέρες, και ισχυριζόμενη πως είναι άρρωστη μια μέρα, πήγε στη Νέα Υόρκη. Οι ακροάσεις για τον Οζαμανίδη γίνονταν στο γραφείο του παραγωγού στο κέντρο, όπου βρήκε μια ουρά με πάνω από έκατό άνδρς και γυναίκες να περιμένουν τη συνέντευξή τους. Έβγαλε έναν απλήρωτο λογαριασμό από το πορτοφόλι της, και κουνώντας τον σα να ήταν κάποιο γράμμα διέσχισε τη σειρά λέγοντας “Με συγχωρείτε, με συγχωρείτε, έχω ένα ραντεβού.” Κανείς δεν της εναντιώθηκε και έφτασε γρήγορα στο τέλος της ουράς, όπου μια γραμματέας σημείωσε το ονόμα της, τον αριθμό μητρώου κλπ. Της είπαν να πάει σε ένα δοκιμαστήριο και να γδυθεί. Ύστερα παρουσιάστηκε σε ένα γραφείο με τέσσερις άνδρες. Της είπαν ότι θα ήταν γυμνή κατά τη διάρκεια της παράστασης. Έπρεπε να μιμηθεί ή να έχει σεξουαλική επαφή δύο φορές και να διεγείρει το κοινό.

Θυμάμαι τη νύχτα που μου τα εξιστορούσε. Ήταν στο σαλόνι μας.Τα παιδιά ήταν στο κρεβάτι. Εκείνη πολύ ευτυχισμένη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. “Εκεί ήμουν γυμνή,”, είπε, “αλλά δεν ήμουν καθόλου αμήχανη. Το μόνο πρ΄γμα που με ανησύσηχησε ήταν μήπως λερώσουν τα πόδια μου. Ήταν ένα παλιομοδίτικο μέρος με κορνιζαρισμένα θεατρικά προγράμματα στον τοίχο και μια μεγάλη φωτογραφία της Έθελ Μπάριμορ. Στάθηκα γυμνή μπροστά σε εκείνους τους ξένους και ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι είχα βρει τον εαυτό μου. Βρήκα τον εαυτό μου στη γυμνότητα. Ένιωσα σαν μια νέα γυναίκα, μια καλύτερη γυναίκα. Το να στέκομαι γυμνή και αναίσχυντη μπροστά σε αγνώστους ήταν μια από τις πιο συναρπαστικές εμπειρίες που είχα ποτέ.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Ακόμα δεν ξέρω, αυτό το πρωϊνό του Σαββάτου, τι θα έπρεπε να είχα κάνει. Υποθέτω ότι έπρεπε να την είχα χτυπήσει. Είπα ότι δεν μπορούσε να το κάνει. Είπε ότι δεν μπορούσα να τη σταματήσω. Ανέφερα τα παιδιά και είπε ότι αυτή η εμπερία θα την έκανε καλύτερη μητέρα. “Όταν έβγαλα τα ρούχα μου,” είπε “ένιωσα ότι είχα αποβάλλει κάθετι χυδαίο και μικρό.” Μετά της είπα ότι δεν θα μπορούσε να πάρει τη δουλειά λόγω της ουλής που είχε από σκωληκοειδίτιδα. Μερικά λεπτά αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο παραγωγός, της έδωσε το ρόλο. “Είμαι τόσο χαρούμενη,” είπε. “Πόσο όμορφη, πλούσια και περίεργη μπορεί να είναι η ζωή όταν σταματάς να παίζεις τους ρόλους που έγραψαν για σένα οι γονείς σου και οι φίλοι τους. Νιώθω σαν εξερευνήτρια.”

Η σωστότητα αυτού που έκανα ή που άφησα ανολοκλήρωτο ακόμα με μπερδεύει. Έσπασε το συμβόλαιο διδασκαλίας και ξεκίνησε πρόβες. Όταν ανέβηκε η παράσταση προσέλαβα την κυρία Έξμπριτζ και νοίκιασε ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο κοντά στο θέατρο. Της ζήτησα διαζύγιο. Μου είπε ότι δεν έβρισκε κάποιο λόγο. Η απιστία και η κακομεταχείριση μπορούν να δρομολογήσουν μια σειρά ενεργειών, αλλά τι μπορεί να κάνει ένας άνδρας όταν η γυναίκα του εμφανίζεται γυμνή στη σκηνή; Όταν ήμουν νεότερο ήξερα μερικές μπουρλέσκ κοπέλες και μερικές από αυτές ήταν παντρεμένες και είχαν παιδιά. Όμως, έκαναν αυτό που η Μπέρθα θα έκανε μόνο τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, και απ’ όσο θυμάμαι οι σύζυγοι τους ήταν τριτοκλασάτοι κωμικοί και τα παιδιά πάντα έμοιαζαν πεινασμένα.

Μια μέρα αργότερα πήγα σε έναν δικηγόρο διαζυγίων. Μου είπε ότι ένα συναινετικό διαζύγιο ήταν η μόνη μου ελπίδα. Δεν υπήρχε δεδικασμένο που είχε να κάνει με τη δημόσια λαγνεία στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης και κανένας δικηγόρος δεν θα πάρει υπόθεση διαζυγίου χωρίς δεδικασμένο. Οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν διακριτικοί σχετικά με τη νέα ζωή της Μπρέντα. Υποθέτω ότι οι περισσότεροι πήγαν να τη δουν, αλλά εγώ το ανέβαλλα για ένα μήνα ή και παραπάνω. Τα εισιτήρια ήταν ακριβά και δυσπρόσιτα. Χιόνιζε τη νύχτα που πήγα στο θέατρο, ή καλύτερα αυτό ήταν θέατρο. Η αψίδα του θεάτρου είχε κατεδαφιστεί, το σκηνικό ήταν ένα σύνολο από μεταχειρισμένα λάστιχα και τα μόνα οικεία χαρακτηριστικά ήταν τα καθίσματα και οι διάδρομοι. Το κοινό στα θέατρα πάντα με μπέρδευε. Υποθέτω ότι συμβαίνει επειδή συναντάς μια ακατανόητη ανομοιογένεια χαρακτήρων να σπρώχνονται σε ένα στοιχειωδώς οικείο και τρομερά περίτεχνο εσωτερικό. Εκείνη τη νύχτα είχαν έρθει διάφοροι. Όταν έφτασα έπαιζε ροκ. Ήταν αυτό το εκκωφαντικό παλιομοδίτικο είδος ροκ που παίζουν σε μέρη όπως το Άρθουρ. Στις οκτώμιση τα φώτα χαμήλωσαν και το καστ κατέβηκε από τους διαδρόμους. Όλοι τους ήταν γυμνοί εκτός από τον Οζαμανίδη που φορούσε στέμμα.

Δεν μπορώ να περιγράψω την παράσταση. Ο Οζαμανίδης είχε δύο γιους, και νομίζω ότι τους σκότωσε, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Το σεξ ήταν γενικό. Άνδρες και γυναίκες αγκαλιάζονταν και ο Οζαμανίδης αγκάλιασε αρκετούς άνδρες. Σε ένα σημείο ένας άγνωστος, κάθισε στη δεξιά μου θέση και ακούμπησε το χέρι του στο γόνατο μου. Δεν ήθελα να τον αποθαρρύνω, αλλά ούτε και να τον ενθαρρύνω. Απομάκρυνα το χέρι του και ένιωσα μια βαθιά νοσταλγία για τα αθώα σινεμά στα νιάτα μου. Στην μικρή πόλη που μεγάλωσα υπήρχε ένα – το Αλχάμπρα. Η αγαπημένη μου ταινία λεγόταν Ο τέταρτος Συναγερμός. Το είδα πρώτη φορά μια Τρίτη μετά το σχολείο και έμεινα για την απογευματινή προβολή. Οι γονείς μου ανήσυχαν που δεν γύρισα για βραδινό και με μάλωσαν. Την Τετάρτη έκανα κοπάνα και πρόλαβα να δω την ταινία δύο φορές και να γυρίσω σπίτι για βραδινό. Πήγα στο σχολείο την Πέμπτη αλλά πήγα στον κινηματογράφο μόλις τελείωσα το μάθημα και έμεινα μέχρι τα μισά. Οι γονείς μου πρέπει να κάλεσαν την αστυνομία, επειδή ένας αστυφύλακας ήρθε στην αίθουσα και με ανάγκασε να πάω σπίτι. Μου απαγόρευσαν να πάω στον κινηματογράφο την Παρασκευή, αλλά πέρασα όλο το Σάββατο εκεί, και τότε τελείωσε ο κύκλος προβολών. Η ταινία αφορούσε την αντικατάσταση πυροσβεστικών που τα έσερναν άλογα από αυτοκίνητα. Συμμετείχαν τέσσερις εταιρείες πυρόσβεσης. Τρεις από τις ομάδες είχαν αντικατασταθεί από μηχανές και τα άλογα είχαν πουληθεί σε αγριάνθρωπους. Μια ομάδα παρέμεινε, αλλά οι μέρες της ήταν μετρημένες. Οι άντρες και τα άλογα είχαν λυπηθεί. Ξαφνικα ξέσπασε μια μεγάλη φωτιά. Ένας είδες το πρώτο πυροσβεστικό, το δεύτερο, και το τρίτο έσπευσαν μέρι την πυρκαγιά. Τα πράγματα πίσω στην πυροσβεστική ήταν πολύ ζοφέρα. Τότε χτύπησε ο τέταρτος συναγερμός και έλαβαν δράση. Έσβησαν τη φωτιά, έσωσαν την πόλη και τους δόθηκε αμνηστία από τον δήμαρχο. Τώρα πίσω στη σκηνή, ο Οζαμανίδης έγραφε κάτι αισχρό στα οπίσθια της γυναίκας μου.

Μήπως η γύμνια – ο ενθουσιασμός της- είχε εκμηδενίσει τη δική της νοσταλγική αίσθηση; Η νοσταλγία ήταν ένα από τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά της. Ήταν το χάρισμα της να μπορεί να κουβαλά ευγενικά την ανάμνηση κάποιας εμπειρίας σε μια διαφορετική ένταση. Θυμόταν, καθώς την καβαλίκευε δημοσίως ένας άγνωστος άνδρας, τα μέρη που κάναμε έρωτα – τα νοικιασμένα σπίτια κοντά στη θάλασσα, όπου κανείς μπορούσε να ακούσει την καλοκαιρινή βροχή που υποσχόταν αγάπη, ηρεμία και ομορφιά; Έπρεπε να σηκωθώ μέσα στο θέατρο και αν της φωνάξω να επιστρέψει, να επιστρέψει στο όνομα της αγάπης, του χιούμορ και της γαλήνης; Ήταν ωραίο να γυρίζεις σπίτι μετά από πάρτι καθώς χιονίζει, σκέφτηκα. Το χιόνι συσσωρεύτηκε στους προβολείς και ήταν σα να πηγαίνουμε με εκατόν εξήντα χιλιόμετρα την ώρα. Ήταν ωραίο να γυρίζεις σπίτι μετά από πάρτι. Ύστερα το καστ συμπαρατάχθηκε και μας ανάγκασε – μας διέταξε για την ακρίβεια – να γδυθούμε και να συμμετέχουμε μαζί τους.

Αυτό έμοιαζε να είναι το καθήκον μου. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να προσεγγίσω και να κατανοήσω την Μπέρθα; Πάντα ήμουν γρήγορος όταν έπρεπε να βγάλω τα ρούχα μου. Το έκανα. Όμως, υπήρχε ένα πρόβλημα. Τι έπρεπε να κάνω με το πορτοφόλι, το ρολόι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου; Δεν μπορούσα τα αφήσω με ασφάλεια μέσα στα ρούχα. Έτσι, γυμνός, ξεκίνησα να διασχίζω το διάδρομο με τα τιμαλφή μου στη δεξιά μου χούφτα. Καθώς πλησίαζα στη σκηνή ένας γυμνός νεαρός άνδρας με σταμάτησε και τραγούδησε φωναχτά – “Άσε κάτω τα δανεικά σου. Τα δανεικά είναι αμαρτωλά.”

“Μα είναι το πορτοφόλι, το ρολόι και τα κλειδιά του αυτοκινητου,” είπα.

“Άσε τα δανεικά σου,” τραγούδησε.

“Μα πρέπει να οδηγήσω σπίτι,” είπα, “κι έχω εξήντα ή εβδομήντα δολάρια σε μετρητά.”

“Άσε τα δανεικά σου.”

“Δεν μπορώ, πραγματικά δεν μπορώ. Πρέπει να φάω, να πιω και να γυρίσω σπίτι.”

“Άσε τα δανεικά σου.”

Ύστερα όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλο, συμπεριλαμβανομένης της Μπέρθα επιτέθηκαν με ξόρκια. Ολόκληρο το καστ ξεκίνησε να κραυγάζει: “Άσε τα δανεικά σου, άσε τα δανεικά σου.”

Το αίσθημα του να είμαι ανεπιθύμητος ήταν πάντα πολύ επίπονη. Υποθέτω ότι κάποιος ψυχολόγος θα είχε μια εξήγηση. Η αίσθηση είναι ο απόηχος και μοιάζει να προσκολλάται σαν τον τελευταίο σύνδεσμο μιας αλυσίδας με παρόμοιες εμπειρίες. Οι φωνές του καστ ήταν δυνατές και περιφρονητικές, και εγώ ήμουν εκεί, γυμνός, κάπου στο κέντρο της πόλης και ανεπιθύμητος, θυμούμενος χαμένα ποδοσφαιρικά τάκλιν, χαμένους καυγάδες, την απέχθεια των ξένων, τον ήχο του χαχανίσματος πίσω από τις πόρτες. Κράτησα τα τιμαλφή μου στη δεξιά μου χούφτα, την κυριολεκτική ταυτοποίησή μου. Κανένα από αυτό δεν είναι αναντικατάστατο, αλλά αν απαλλασσόμουν από αυτά θα απειλούταν η ύπαρξή μου, η σκιά του εαυτού μου που μπορούσα να αντικρίσω στο πάτωμα, το όνομά μου.

Επέστρεψα στη θέση μου και ντύθηκα. Ήταν δύσκολο σε τόσο στριμωγμένο χώρο. Το καστ φώναζε ακόμα. Το να περπατώ στον κεκλιμένο διάδρομο του κατεστραμμένου θεάτρου ήταν νοσταλγικό. Είχα κάνει την ίδια ευχάριστη ανάβαση μετά τον Βασιλιά Ληρ και τον Βυσσινόκηπο. Βγήκα έξω.

Χιόνιζε ακόμα. Έμοιαζε με χιονοθύελλα. Ένα ταξί ήταν σταματημένο μπροστά από το θέατρο και θυμήθηκα ότι είχα λάστιχα για χιόνια. Αυτό μου έδωσε μια αίσθηση ασφάλειας και επιτυχίας που θα απωθούσε τον Οζαμανίδη και το γυμνό κοινό του. Ένιωσα πως δεν είχα εκθέσει τις αναστολές, αλλά πως είχα προσκρούσει σε κάποιο πρακτικό και ανυποχώρητο κομμάτι του εαυτού μου. Ο αέρας μετέφερε το χιόνι στο πρόσωπο μου και, τραγουδώντας και κουδουνίζοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου, περπάτησα μέχρι το τρένο.

Μετάφραση: Γιώργος Τσουλιάς

Το διήγημα ανακτήθηκε από τον ακόλουθο σύνδεσμο

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Leave a Reply

Your email address will not be published.