Internet picky literature

Category archive

Recommended Reading

Η Αγάπη Σώζει, μια ιστορία του Ιωάννη Γκουγκουγιάννη

in Recommended Reading

Αθήνα, 2014

 Καθόμουν στην παλιά ξεθωριασμένη πολυθρόνα. Σίγουρα ο Μπιλύ θα την είχε σουφρώσει από τα σκουπίδια ήταν σίγουρο. Το κεφάλι μου πονούσε τρομερά πήγαινε να σπάει το έσφιγγα μέσα στα δυο μου χέρια. Το είχα ξυρίσει κιόλας εντελώς και μπορούσα να καταλάβω τις φλέβες που πετιόνταν αγριεμένες σαν να ήθελαν να βγουν έξω και να φύγουν. Ήμουν έξι μέρες καθαρός και μια βδομάδα βρώμικος χωρίς μπάνιο. Έξι μέρες χωρίς πρέζα απίστευτο. Έπρεπε να αντέξω αυτή την φορά το είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου. Άρχισα να τρέμω αν και είχε αρκετή ζεστή μέσα στο δωμάτιο και από πάνω δεν φορούσα τίποτα. Έτσι είναι όμως η στέρηση.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Ένα κόκκινο φόρεμα | Φανή Καλαμπόκη

in Recommended Reading

Όταν σηκώνεται απ’ το κρεβάτι είναι ακόμα νύχτα. Η μητέρα του συνήθως δεν κοιμάται τα βράδια, τον ξυπνάει εκείνη. Τα αδέρφια του κοιμούνται, πλένει το πρόσωπο του, σκουπίζεται προσεκτικά, ήσυχα, ανοίγει τη πόρτα και φεύγει. Το εργοστάσιο απέχει απ’ το σπίτι, μια ώρα με το ποδήλατο, φτάνοντας εκεί ο ήλιος χαράζει. Στις έξι είναι καθισμένος στο τραπέζι εργασίας και έχει περάσει τη κλωστή στη βελόνα. Ο Αμάρ ράβει κρυστάλλους σε ρούχα, κυρίως φορέματα. Δεν τον κουράζει αυτή η δουλειά, όταν δούλευε στον αγρό ήταν έξω απ’ το πρωί ως το σούρουπο, στο εργοστάσιο είναι ζεστά και είναι καθισμένος σχεδόν όλη τη μέρα.

Κάθε πρωί τα δάκτυλα του τρέχουν πάνω στα υφάσματα, κάποιες φορές τα χαϊδεύει, όπως χαδεύει το σκύλο του, έχουν ωραία υφή αυτά τα υφάσματα και το άγγιγμα αυτό, με το ρούχο, που θα ντύσει ένα σώμα, του δίνει μια αίσθηση ανακούφισης. Σήμερα ράβει μικρά στρογγυλά κρύσταλλα στη λαιμόκοψη ενός κόκκινου φορέματος. Η θέση και το σχέδιο με τα κρύσταλλα έχει αποφασιστεί από άλλον, μικρές τελείες πάνω στο ρούχο οδηγούν τη βελόνα με τα δάκτυλα του. Ο Αμάρ έχει μάθει να είναι δεξιοτέχνης, πάντα πασχίζει για ένα όμορφο αποτέλεσμα, νιώθει πως οι μικρές κρυστάλλινες σταγόνες γίνονται στολίδια και παίρνουν χρώμα, μονό κεντημένες πάνω στο ρούχο. Με προσήλωση που τον απομόνωσε από τους υπόλοιπους εργάτες, έραψε με σιγουριά τη μια μετά την άλλη, πάνω στο κόκκινο φόρεμα. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Η Τσιχλόφουσκα | Μια ιστορία του Κώστα Παπαοικονόμου.

in Recommended Reading

Πουτάνα βολή. Γαμώ την τύχη μου.
Ο Βασίλης Ανδρεάδης, απολαμβάνοντας(;) τη σκιά ενός μεγάλου πλάτανου, μονολογεί. Καπνίζει αρειμανίως. Γύρω του παντού γόπες, αποτσίγαρα σβησμένα, άλλο καμένο μέχρι  φίλτρου, άλλο σβησμένο στη μέση, άλλο πατημένο με το άρβυλο κατά το νευρικό κυκλικό βηματισμό του, άλλο χωμένο στο χώμα, σβησμένο βίαια με το χέρι, τόσο που… πώς να το περιγράψει τώρα. Α!!! Ναι. Εδώ ταιριάζει η φράση που έλεγε η μάνα του. «Εις τα εξ ων συνετέθη». Την έλεγε πολύ συχνά η μάνα του, καθότι ο ίδιος μικρός, ήταν πολύ απρόσεκτος με αποτέλεσμα να σπάζει συχνά διάφορα μικροαντικείμενα που συνήθως του έπεφταν από τα παιδικά χέρια. Η καημένη η μάνα του ποτέ δεν τον μάλωνε για τις αταξίες του, για τις αβαρίες που φορτώνονταν εξαιτίας του. «Εις τα εξ ων συνετέθη» λοιπόν. Μάνα. Πού να βρίσκεται τώρα; Μάλλον συντροφιά με τον πατέρα. Ίσως. Ίσως πάλι όχι. Ποιος να το ξέρει; Μικρή σημασία έχει τώρα αυτό άλλωστε.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Μαραίνομαι – Της Φανής Καλαμπόκη.

in Recommended Reading

Στον ανθρώπινο χρόνο, δεν μαραίνομαι πιο αργά

απ’ ένα τριαντάφυλλο.

Λίγες μέρες έχω χρώμα και τριάντα πέταλα,

στο ποτήρι με λίγη ασπιρίνη, ξεγελιέμαι

και αργώ να θυμηθώ το τέλος.

Στο χρόνο των χρωμάτων, μια στιγμή μόνο ανθίζω,

ύστερα μαραίνομαι στο χώμα.

Νερό – Μια ιστορία της Κωνσταντίνας Κύρκου

in Recommended Reading

Ο πατέρας μ’ επισκέπτεται συχνά τα βράδια. Κάθεται αναπαυτικά σε μια καρέκλα της κουζίνας και χτυπάει τη γροθιά του στο τραπέζι, σα να πρόκειται ν’ ανακοινώσει κάτι.

«Καφέ, Φανή», λέει  σοβαρός. «Κι ένα μεγάλο ποτήρι νερό».

«Αμέσως, πατέρα». Ανοίγω το ηλεκτρικό μάτι και ψήνω έναν διπλό Ελληνικό καφέ, χωρίς ζάχαρη, όπως του αρέσει. Παρατηρώ τις φουσκάλες στην επιφάνεια του καφέ του και κάνω τις προβλέψεις μου, όπως θα έκανε η γιαγιά μου, «Βλέπω επισκέπτες, πατέρα».

«Μπα, σπάνιοι κι αυτοί τώρα πια». Κουνάει το κεφάλι του και ρουφάει τον καφέ του σα να ήταν σούπα. Το νερό εξαφανίζεται απ’ το ποτήρι του σε δευτερόλεπτα. Σηκώνεται και κατευθύνεται προς την εξώπορτα, με βήμα σταθερό. Δεν γυρίζει να με κοιτάξει, ούτε λέει καληνύχτα. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Δυστυχώς είναι πίσω σου

in Recommended Reading

Μεσημέρι. Έχει φρακάρει στην κίνηση, δεν κουνιέται κανείς. Διψά. Πεινά. Χτυπά το χέρι στο τιμόνι. Βρίζει.

Ο τύπος πλησιάζει το δεκαετίας ’70 αμάξι. Σκύβει στο παράθυρο και τον κοιτά. Το βλέμμα του αποφασισμένο. Τον φτύνει.

Τον φτύνει κι αυτός.

Σιχαίνεται κάθε φορά που τον φτύνουν. Ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα.

Του λέει ξεκίνα. Του λέει ξεκίνα τώρα. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Θέλω μια χάρη

in Recommended Reading

«Μόνο που θέλω μια χάρη. Αν έχει πανσέληνο απόψε κοίτα το φεγγάρι κι αν δεν έχει, κοίτα το κύμα κι αν η θάλασσα είναι ήρεμη απόψε και σκοτεινή και δεν βλέπεις φως, ούτε στον ουρανό, ούτε στη θάλασσα κοίτα εδώ τους θνητούς, στη στεριά.

Κοίτα εμένα, αν θες φως, κοίτα εμένα. Τα μάτια μου λάμπουν κάθε φορά που σε κοιτάζουν και το πρόσωπό μου φωτίζεται απ’ το χαμόγελό σου. Κοίτα όπου θες, αλήθεια.


Μόνο μη χαμηλώνεις το βλέμμα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, όταν το κάνεις αυτό…

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Μυστικά

in Recommended Reading

Ψηλαφίζω τις φλέβες στο χέρι σου. Προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω τον πολύπλοκο χάρτη που σχηματίζουν. Παρακολουθώ πώς τέμνονται και συγκρούονται, διακλαδίζονται σε διάφορες κατευθύνσεις, σαν ρυάκια που δημιουργούν μικρές εκβολές από σάρκα, σαν δρόμοι με αδέξοδα.

Μια απ’αυτές τις μέρες θα σου πω τι διαβάζω. Θα ζητήσω απ’αυτές τις φλέβες να απλωθούν ως τα νύχια σου, να τα κάνουν να κοκκινίσουν από ντροπή, να αποκαλύψουν τα μυστικά σου. Τότε θα είμαι έτοιμη να ξεκινήσω να ψάχνω για άλλο χάρτη.
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Παραδομένος στο όνειρο.

in Recommended Reading

Στο νησί, το λιμάνι δεν μοιάζει με την υπόλοιπη πόλη. Εκεί, η πόρτα για τη θάλασσα είναι πάντα ανοιχτή, για να την κλείσεις να φύγεις, για να την ανοίξεις να επιστρέψεις, γι’ αυτό με το που φτάσεις μυρίζει ελευθερία. Όσοι ξυπνούν εκεί, νιώθουν πως η ζωή είναι πιο μεγάλη, μεγάλη όσο η θάλασσα, και πιο όμορφη, όμορφη όπως το μπλε. Οι λιμανιώτες αφήνουν τα γένια τους μακριά και τον Μάιο περπατούν στη προκυμαία με ξεκούμπωτο το πουκάμισο, όταν βγαίνουν στ’ ανοιχτά με τη βάρκα, διαβάζουν τα σύννεφα, και περιμένουν τη στιγμή της βροχής και του κεραυνού, ο βοριάς φυσάει πρώτα τα μαγουλά τους και ύστερα τη θάλασσα. Και στη θάλασσα και στη στεριά είναι ανήσυχοι, σαν το κύμα.

Ο Αντώνης γεννήθηκε στο λιμάνι, πρώτα έμαθε να πιάνει χταπόδια και ύστερα να γράφει. Άφησε νωρίς το σχολείο και ο πατέρας του τον έστειλε στα καράβια, ταξίδεψε λίγα χρόνια και επέστρεψε στη στεριά του και στο λιμάνι της. Τα τελευταία χρόνια πηγαίνει στο ξυλουργείο και βοηθά τον θείο του στη φούρια της δουλειάς. Το καλοκαίρι λίγο πριν πέσει ο ήλιος, φορτώνει τα δίχτυα στη βάρκα του, την Ευτυχία και πηγαίνει για ψάρεμα στ’ ανοιχτά. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Η νεκρανάσταση του Ρίτσου

in Recommended Reading

Μισθός τεσσάρων χιλιάδων ευρώ τον μήνα. Μάλιστα. Πού είναι ο Μαρξ κι ο Λένιν όταν η κοινωνία τους χρειάζεται; Ο Μπακούνιν κι όλοι οι Γάλλοι Διαφωτιστές; Ο Σάκκο κι ο Βαντσέτι;  Πού είναι όλοι όσοι έγραψαν, αγωνίστηκαν και πέθαναν για την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοκρατία;

Αμειβόταν με μισθό τεσσάρων χιλιάδων ευρώ μηνιαίως για να εκτελεί τα καθήκοντα της Βοηθού Διευθύντριας, σ’ ένα Γυμνάσιο της κακιάς ώρας, στη Δημόσια Εκπαίδευση της Νήσου Κύπρου. Πριν την κρίση δεν ενδιαφερόταν κανείς για τέτοια πράγματα. Έπειτα όμως άναψαν τα φώτα και φάνηκαν τα πράγματα όπως στ’ αλήθεια είναι, χωρίς ψιμύθια και περιττά φτιασίδια.

Με στείλανε μετάθεση στην ύπαιθρο, σ’ ένα κωλοχώρι  με νεόπλουτους κατοίκους, που θησαυρίσανε πουλώντας γη και σπίτια σε Εγγλέζους συνταξιούχους. Οι οποίοι συνταξιούχοι μετά από εξήντα χρόνια ζωής στο Μάντσεστερ και στο Πλύμουθ κατέκτησαν το πραγματικό νόημα της ζωής κι αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο για να ψοφήσουν γαλήνια κάτω απ’ τον καυτό ήλιο και την αποπνικτική υγρασία. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Περ-πατάω

in Recommended Reading
Παταω λασπες
ετσι
επειδη δεν τις προσεξα
Παταω τσιχλες που δε μασηθηκαν αρκετα κι ετσι κολλουν με μεγαλυτερη ευκολια στα παπουτσια μου
Παταω πεζοδρομια.δαπεδα νοσοκομειων, κατουρημενα δαπεδα τουαλετων και δαπεδα εκκλησιων
Παταω τους κακους, επειδη ειναι κακοι
τους καλους, επειδη ειναι καλοι
Παταω τα μυρμηγκια, επειδη ειναι μικρα
με την πρωτη ματια-δε φαινονται
αν δεν τα προσεξεις-δε φαινονται
Παταω τους νεκρους, επειδη ειναι στη γη
Τα ψεματα μου επειδη τα φοβαμαι
Τις αληθειες μου επειδη με φοβαμαι
(ή το αντιθετο)
“Πατηστε το κουμπι παρακαλω! Κατεβαινω στην επομενη σταση.”
Παταω το κουδουνι του σπιτιου σου
Δεν εισ εκει-θα περασω πιο μετα.
Ή αυριο.
Ή ποτε.
Παταω το κουμπι του συναγερμου
Κι οταν πια δε μου μενει τιποτ’ αλλο να πατησω
Περ-παταω
 
Τοτε,
Πατας τη σκια μου μ ενα ποδηλατο

Ένα ποίημα από την Στέλλα Καζαντζή.

Το μικρό κεράκι

in Recommended Reading

«Γρήγορα, θα αργήσουμε για την πρόβα!». Ο μικρός Ανέστης, το κεράκι, έτρεχε με τον φίλο του, τη  μέλισσα, να πάνε στην μεγάλη αίθουσα του θεάτρου μουσικής, όπου σε λίγες μέρες θα γινόταν μια πολύ μεγάλη συναυλία προς τιμήν της Άνοιξης που ξεκινούσε. Όλοι οι γνωστοί του, όλα τα κεριά εκπαιδεύονταν όλη τους ζωή να φωτίσουν εκείνη τη μέρα τη σκηνή όσο πιο πολύ μπορούσαν.

«Άντε, Ανέστη! Πάλι κοίταζες έξω και ξεχάστηκες; Σχεδόν ξεκίνησαν!». Ήταν η Άννα, η γειτόνισσά του στα ράφια. ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ