Internet picky literature

Τζοάν Μπαέζ, η «Ξυπόλητη Μαντόνα» της αμερικανικής φολκ μουσικής

in Βιογραφίες
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Η τραγουδοποιός που με την ποίηση της εξέφρασε τις πολιτικές, κοινωνικες και προσωπικές ανασφάλειες της γενιάς του ’60

Η δεκαετία του 1960 υπήρξε μια ταραχώδης εποχή που στη συνείδηση εκείνων που την έζησαν συνδέθηκε άρρηκτα με γεγονότα τόσο σημαντικά που θα μπορούσε να πει κανείς ότι η διάρκεια «ζωής» της μέσα στο χρόνο υπήρξε μεγαλύτερη από εκείνη που της αντιστοιχεί με αριθμητικά δεδομένα. Ο πόλεμος του Βιετνάμ, η ανάληψη της προεδρίας των Η.Π.Α. απο τον Τζον Κένεντυ και η δολοφονία του τρία χρόνια αργότερα, οι αγωνες για τα δικαιώματα των μαύρων στην Αμερική, το τείχος του Βερολίνου που δίχασε τη Γερμανία και η εξέγερση των σπουδαστών στη Γαλλία το Μάιο του 1968 είναι ένα ελάχιστο δείγμα των αναμοχλεύσεων εκείνης της δεκαετίας.

Ένα απο τα πρόσωπα που εξέφρασαν όσο λίγα τη φυσιογνωμία του πνεύματος εκείνης της περιόδου είναι και η προικισμένη τραγουδοποιός, ερμηνεύτρια και συνθέτης Τζοάν Μπαέζ που σχεδόν 50 χρόνια μετά από την εποχή εκείνη, μέχρι και την πρόσφατη αποχώρησή της από την ενεργό δράση το 2018, συνέχισε να υπερασπίζεται μέσα από τη δραστηριότητα και το έργο της τη νέα πνοή εκείνης της εποχής.

Η Μπαέζ γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1941 στο Στάτεν Άιλαντ της Νέας Υόρκης κι από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη μουσική παρά την αντίθετη γνώμη των γονιών της που φοβούνταν ότι θα έμπλεκε με ναρκωτικά. Ο πατέρας της Άλμπερτ με καταγωγή από το Μεξικό ήταν μαθηματικός και φυσικός. Η παιδική της ηλικία μοιράστηκε ανάμεσα σε συνεχείς μετακινήσεις μέχρι το 1958 που θα μετακομίσουν στο Μπέλμοντ της Βοστώνης όπου και θα αρχίσει να τραγουδά σε διάφορα καφέ της περιοχής, κυρίως στο Club 47.

Στις αφίσες της πρώτης της εμφάνισης εκεί κι επηρεασμένη από τη συχνά ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στην ίδια και την οικογένειά της λόγω της καταγωγής τους από το Μεξικό, σκέφτηκε αρχικά να αλλάξει το όνομά της σε Rachel Sandperl ή Μαρία, φοβούμενη ότι το επώνυμο Μπαέζ που υποδήλωνε την ξενική της προέλευση θα λειτουργούσε ανασταλτικά στην προσέλκυση του κόσμου. Τελικά όμως δεν το έκανε και εκείνη την πρώτη βραδιά για την οποία πληρώθηκε με δέκα δολλάρια θα ακολουθήσουν κι άλλες με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.
Σε εκείνα τα πρώτα της τραγούδια στο Club 47 η αγάπη, ο θάνατος και η ομορφιά μπλέκονται, όπως η ίδια θα ομολογήσει πολλά χρόνια αργότερα, μεταξύ τους. Είναι η εποχή που η νεότητα θέλγεται από την τρυφερότητα της λύπης και το ρομαντισμό του θανάτου.

Το 1959 ύστερα από πρόσκληση του Μπομπ Γκίμπσον που έχει αναγνωρίσει στην ιδιαίτερη χροιά της φωνής της ένα νέο μουσικό ταλέντο, θα τραγουδήσει στο Newport Folk Festival μπροστά σε δεκατρείς χιλιάδες θεατές. Αυτή η εμπειρία που είχε κάνει «τα γόνατά της να τρέμουν» όσο ήταν στη σκηνή θα της ανοίξει την πόρτα σε μια σπουδαία καριέρα. Αμέσως μετά τη λήξη του φεστιβάλ θα υπογράψει συμβόλαιο με την Vanguard Records και τον επόμενο χρόνο θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ “Joan Baez” με παραδοσιακές μπαλάντες και μπλουζ. Το 1960 είναι επίσης η χρονιά που θα τραγουδήσει και στο φεστιβάλ του Γουντστοκ ερμηνεύοντας 14 τραγούδια.

Σε μια συνένετευξή της από εκείνα τα πρώτα χρόνια η ίδια ομολογεί ότι αν έπρεπε να βάλει ετικέτα στον εαυτό της θα έβαζε τρεις. Πρώτη εκείνη της ανθρώπινης ύπαρξης, δεύτερη εκείνη της ειρηνίστριας και τρίτη εκείνη της τραγουδίστριας της φολκ μουσικής, είδος που θα υπηρετήσει κατά κανόνα στην διαδρομή της μολονότι θα ερμηνεύσει και άλλα είδη όπως γκόσπελ, κάντρυ και ποπ σε μικρότερη κλίμακα.

Πράγματι θα μπορούσε κανείς να πει ακολουθώντας τα βήματά της μέσα στην διαδρομή της ότι η μουσική και τα τραγούδια της υπηρέτησαν πιο πολύ τους άλλους δύο ρόλους. Στίχοι και μελωδίες που γράφτηκαν είτε από την ίδια είτε από άλλους δημιουργούς όπως ο Μπομπ Ντύλαν, οι Μπιτλς, ο Λέοναρντ Κοέν, οι Ρόλλινγκ Στόουνς ακόμα και ο Στίβι Γουόντερ. Τραγούδια όπως το “Oh Freedom” και “We shall overcome” που συνόδευσαν τη διαδρομή της τον Αύγουστο του 1963 στην «Πορεία στην Ουάσινγκτον για τη δουλειά και την ελευθερία» όπου ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ θα εκφωνήσει την υπέροχη εκείνη ομιλία που θα αρχίσει μα την ιστορική πια φράση «Έχω ένα όνειρο…».

Όπως ήταν φυσικό τάχθηκε ανοιχτά κατά του πολέμου στο Βιετνάμ συμμετέχοντας σε πολλές πορείες και διαδηλώσεις. Το 1972 ήταν μέλος της αντιπροσωπείας που επισκέφτηκε το Ανόι με σκοπό την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την παράδοση της χριστουγεννιάτικης αλληλογραφίας στους αμερικανούς στρατιώτες. Θα παγιδευτεί εκεί για μερικές μέρες λόγω του ξαφνικού πολυήμερου βομβαρδισμού γεγονός που θα της δώσει μια άμεση εμπειρία του πολέμου και θα την κάνει, όπως η ίδια θα δηλώσει να νιώσει ντροπή.

Ένα επίσης ξεχωριστό κεφάλαιο στην προσωπική ζωή αλλά και στην καλλιτεχνική διαδρομή της υπάρξε και ο Μπομπ Ντύλαν με τον οποίο γνωρίστηκαν το 1961. Αρχικά ο Ντύλαν είχε ενδιαφερθεί για την αδερφή της Μίμι αλλά και η ίδια η Μπάεζ μολονότι της άρεσε το τραγούδι του “Song to Woody” δεν είχε εντυπωσιαστεί από τον ίδιο. Παρόλα αυτά θα αναπτυχθεί σιγά σιγά μεταξύ τους μια στενή προσωπική σχέση που θα διαρκέσει ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, διάστημα στο οποίο θα της γράψει αρκετά τραγούδια πολλά από τα οποια θα τα ερμηνεύσουν και μαζί μπροστά στο κοινό. Μάλιστα στο φεστιβάλ του Νιουπορτ το 1963 θα ερμηνεύσουν μαζί το “With God on our Side”.

«Η φωνή της ήταν σαν σειρήνας από κάποιο ελληνικό νησί. Και μόνο το άκουσμά της σε έδενε με ξόρκι» είχε πει ο Ντύλαν για τη Μπάεζ. Παρόλα αυτά η σχέση δε θα κρατήσει γιατί κατά τη δική της γνώμη τον πίεζε να αναλαμβάνει ρόλους που εκείνος δεν ήθελε όπως να προβάλει περισσότερο προς τα έξω ένα πιο πολιτικοποιημένο πρόσωπο παίρνοντας όπως κι εκείνη θέση πάνω σε φλέγοντα ζητήματα.

Ειδικά για εκείνη ο Ντίλαν θα γράψει το τραγούδι “Vision of Joanna”. Κι εκείνη όμως θα γράψει αργότερα τρία πολύ γνωστά τραγούδια για εκείνον: “To Bobby”(1972), “Diamonds and Rust” (1975) και “Winds of the Old Days”.

Το 1968 θα παντρευτεί τον Ντέιβιντ Χάρις με τον οποίο γνωρίστηκαν στις φυλακές της Σάντα Ρίτα ένα χρόνο πριν όπου είχε προσαχθεί μαζί με τη μητέρα της για την υποστήριξή τους σε νεαρούς που αρνούνταν να ενταχθούν στο στρατό. Θα χωρίσουν το 1973 έχοντας αποκτήσει ένα γιο.

Στην καριέρα της η Μπάεζ θα ηχογραφήσει 30 άλμπουμ με τραγούδια στα αγγλικά και τα ισπανικά. Το 2007 βραβεύτηκε με βραβείο Grammy για τη συνολική προσφορά της στη μουσική ενώ το 2017 μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame. Αυτές οι διακρίσεις όμως ίσως έχουν ελάχιστη σημασία μπροστά σε μια καλλιτεχνική πορεία που το μονοπάτι της διασταυρώθηκε με τους δρόμους και τα ρεύματα καιρών, εποχών και προσωπικοτήτων που κανένα βραβείο ή χειροκρότημα της σύγχρονής μας εποχής δε θα μπορέσει να αντισταθμίσει.

«Ο αγώνας μου ήταν να ξεκαθαρίσω το τι νομίζουν οι άνθρωποι ότι είμαι από αυτό που είμαι ή που νομίζω ότι είμαι» θα πει η ίδια σε πρόσφατη συνέντευξή της . Ένα μικρό απόσταγμα αυτογνωσίας όπως και η ανάγκη της για απόσυρση, όταν το ταξίδι πλησιάζει στο τέλος. Γιατί, για να ακολουθήσουμε τα λόγια της ίδιας της Μπάεζ, όσο κι αν το καθυστερούμε για να βγάζουμε από το μυαλό μας το αναπόφευκτο της φθοράς, «δε μπορούμε να τραγουδάμε ως το θανατο».

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Η Δέσποινα Μανωλακάκη γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου ενός βροχερού απογεύματος στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Από παιδί αγαπούσε πολύ τα βιβλία, τη μυρωδιά του καφέ, του καπνού και τα τρένα. Έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Ε.Κ.Π.Α. κι αυτή την περίοδο εργάζεται στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. Της αρέσουν πολύ τα ταξίδια και προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να γράφει, να παρατηρεί τους ανθρώπους και να ταξιδεύει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ