Internet picky literature

Nicola & Bart: Η ιστορία των “ληστων” που ενέπνευσαν το τραγούδι της Joan Baez με τον Ennio Morricone

in Μουσική & λογοτεχνία
Want create site? Find Free WordPress Themes and plugins.

Η αμφιλεγόμενη δίκη που οδήγησε στο θάνατο δυο Ιταλούς ριζοσπάστες στη δεκαετία του 1920

Υπάρχουν μερικές «στιγμές» στην ιστορία της ανθρωπότητας οι οποίες, μολονότι τυπολογικά περιορίζονται ως προς τα γεγονότα της κύριας δράσης τους σε ορισμένη τοπογραφική κλίμακα κι αφορμούνται ως προς την εξέλιξή τους από περιστατικά φαινομενικά μικρής σημασίας και καθημερινά πρόσωπα, αφήνουν εντούτοις ισχυρό απόηχο (κι όχι χωρίς λόγο) όχι μόνο στις συνειδήσεις εκείνων που τις έζησαν αλλά κι εκείνων που θα τους ακολουθήσουν στις διαδρομές των επόμενων γεννεών.

Μια τέτοια ιστορική «στιγμή», ένα παράθυρο στο αχανές τραπέζι ανατομίας της ανθρώπινης ιστορίας, αποτελεί και η υπόθεση των Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βανζέττι, ιταλικής καταγωγής και οι δυο, που στα τέλη της δεκαετίας του 1920 κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία των συνοδών της χρηματαποστολής της εταιρείας “Slater and Morrill Shoe Company” και οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα. Η υπόθεσή τους όμως, γεμάτη αντιφάσεις, αμφισβητήσεις και ανακρίβειες ήταν κάτι περισσότερο από εκείνη μιας απλής δολοφονίας.

Ο Νικόλα Σάκκο υποδηματοποιός και περιστασιακά εργαζόμενος ως νυχτοφύλακας είχε φτάσει στις Η.Π.Α το 1908 όπως και ο Μπαρτολομέο Βανζέττι ως μετανάστης. Και οι δύο πέρασαν δύσκολα τα πρώτα χρόνια, όπως άλλωστε οι περισσότεροι από τους μετανάστες που κατέκλυζαν τις Η.Π.Α εκείνη την εποχή αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Δυσπιστία, εργασίες κουραστικές και κακοπληρωμένες, κοινωνικές διακρίσεις και ρατσισμός στοιχεία που στοιχειοθετούν την ταυτότητα μιας κοινωνίας που αδυνατεί να ελέγξει την ένταξη νέων, διαφορετικών στοιχείων στο εσωτερικό της. Ήταν άλλωστε μια εποχή ανήσυχη και ταραγμένη από πολλές απόψεις: το αντικομμουνιστικό πνεύμα ήταν έντονο, η ειρήνη επισφαλής σε πολλές περιοχές του κόσμου με τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο να προετοιμάζεται και τελικά να ξεσπά ενώ η ασταθής οικονομία παρά την ανάκαμψη που φάνηκε να παρουσιάζει στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σταδιακά παρουσιάζει σημάδια υποχώρησης πριν οδηγηθεί τελικά στο κραχ του 1929.

Και οι δύο φαίνεται πως εντάσσονται ιδεολογικά στην ομάδα που ακολουθεί το γνωστό Ιταλό αναρχικό Λουίτζι Γκαλλεάνο που συνηγορούσε υπέρ της επαναστατικής ένοπλης βίας και οι ακραίες απόψεις του οποίου θα αναγκάσουν τις Η.Π.Α να τον απελάσουν τον Ιούνιο του 1919.

Οι Σάκκο και Βανζέττι θα συναντηθούν για πρώτη φορά σε μια απεργία το 1917 και θα συνδεθούν με στενή φιλία. Όταν η οργάνωση θα διαφύγει στο Μεξικό, καθώς τα μέλη της θέλουν να αποφύγουν τη στρατολόγηση για τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, θα ακολουθήσουν κι αυτοί. Το γεγονός όμως που θα τους συνδέσει σε μια κοινή συνισταμένη στη συλλογική μνήμη θα λάβει χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις 15 Απριλίου 1920 οι Φρέντερικ Πάρμεντερ και Αλεξάντερ Μπεραρντέλι ληστεύτηκαν και δολοφονήθηκαν ενώ μετέφεραν 15.000 δολλάρια σε δύο ατσάλινα κουτιά για τις πληρωμές τις εταιρείας “Slater and Morrill Shoe Company” προς το κυρίως εργοστάσιο. Οι δράστες που πυροβόλησαν πολλές φορές όχι μόνο προς τη μεριά των θυμάτων θα διαφύγουν με μια σκούρα Buick. Μερικές μέρες αργότερα, ύστερα από καρτέρι της αστυνομίας σε ένα γκαράζ όπου τρεις άνδρες έχουν πάει να παραλάβουν ένα όχημα, το οποίο σύμφωνα με τις υποψίες της αστυνομίας είναι το δεύτερο αυτοκίνητο που είχε χρησιμοποιηθεί κατά τη διαφυγή των δραστών, θα συλληφθούν οι δύο ο Σάκκο κι ο Βανζέττι.

Αρχικά οι δυο τους, πάνω στην αμηχανία που τους προκάλεσε η σύλληψή τους θα υποπέσουν σε σωρεία λαθών: θα αρνηθούν οποιαδήποτε σχέση με την ομάδα του Γκαλλεάνο και θα ισχυριστούν ότι δεν έχουν όπλα, επιχειρήματα που γρήγορα θα διαψευστούν, αφού θα βρεθούν πάνω τους όπλα και μάλιστα γεμισμένα καθώς και έντυπο υλικό αναρχικού περιεχομένου.
Στις 5 Μαΐου 1920 θα κατηγορηθούν για φόνο και η δίκη τους θα αρχίσει στις 22 Ιουνίου όπου και θα κριθούν ένοχοι για ληστεία και φόνο πρώτου βαθμού παρά τις αντικρουόμενες και ασαφείς μαρτυρίες και τα ελλειπή στοιχεία. Θα ακολουθήσει μια δεύτερη δίκη στο Dedham της Μασαχουσέτης στις 21 Μαΐου 1921 που θα κρίνει τις ζωές τους. Καθώς έχουν προηγηθεί βομβιστικές επιθέσεις των αναρχικών ως αντίβαρα στη σύλληψή τους με τη μία στη Γουώλ Στριτ να αφήνει πίσω της 38 νεκρούς, το κτήριο του δικαστηρίου έχει ασφαλιστεί με ατσάλινες πόρτες και παντζούρια και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.

Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Webster Thayer, ορκισμένος εχθρός των αναρχικών. Και δυστυχώς για τους δύο κατηγορούμενους ο Σάκκο είχε επιλέξει για συνήγορο υπεράσπισής του τον Φρεντ Μουρ που παρά τις ικανότητες και την επιχειρηματολογία του εξερέθιζε επικίνδυνα με τα λεγόμενα και τη συμπεριφορά του το δικαστή Thayer.

Και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν ισχυρά άλλοθι για την ημέρα του φόνου. Ο Σάκκο βρισκόταν στη Βοστώνη στο ιταλικό προξενείο για αίτηση διαβατηρίου και ο Βανζέττι που εργαζόταν ως ιχθυοπώλης ήταν στη δουλειά του με αρκετούς μάρτυρες να το επιβεβαιώνουν. Από την άλλη από τους μάρτυρες που βρίσκονταν στο σημείο της δολοφονίας και είχαν δει τους δράστες άλλοι ισχυρίζονταν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν εκείνοι που είχαν πυροβολήσει τα θύματα και άλλοι έλεγαν πως δεν ήταν. Οι αντιφάσεις συνεχίστηκαν και γύρω από άλλα ζητήματα με πιο σημαντικό εκείνο των όπλων που είχαν χρησιμοποιηθεί για τις δολοφονίες καθώς από κανένα σημείο δεν προέκυπτε με ασφάλεια ότι πράγματι τα όπλα που είχαν βρεθεί πάνω τους ήταν αποδεδειγμένα εκείνα της δολοφονίας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της ασάφειας και των εικασιών χωρίς ουσιαστικές αποδείξεις και παρά την πίεση που ασκεί υπέρ της αθώωσής τους ένα συνεχώς αυξανόμενο κύμα διεθνών αντιδράσεων, οι δυο κατηγορούμενοι θα καταδικαστούν σε θάνατο στις 21 Ιουλίου 1921, με την κοινή γνώμη, τον τύπο αλλά και τους διαννοούμενους που παρακολουθούν την υπόθεση να είναι πεπεισμένοι ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν μάλλον για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις παρά γιατί ήταν ένοχοι για τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν. Άλλωστε κι ο ίδιος ο δικαστής Thayer απευθυνόμενος στους ενόρκους κατά τη διάρκεια της δίκης κι αναφερόμενος στον Βανζέττι είχε πει: «αυτός ο άνθρωπος μολονότι μπορεί να μη διέπραξε του έγκλημα που του αποδίδεται, είναι όμως ένοχος ως εχθρός των θεσμών μας».

Την απόφαση του δικαστηρίου θα ακολουθήσουν αμέσως διαμαρτυρίες στην Ιταλία και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο Ανατόλ Φρανς υποψήφιος μάλιστα εκείνη τη χρονιά για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας θα γράψει στην «Έκκληση προς τον Αμερικανικό Λαό» ότι «ο θάνατος των Σάκκο και Βανζέττι θα κάνει εκείνους μάρτυρες κι εσάς θα σας ντροπιάσει».
Παρά τις νέες προσπάθειες των συνηγόρων υπεράσπισης οι κατηγορούμενοι θα εκτελεστούν στην ηλεκτρική καρέκλα στις 23 Αυγούστου 1927 στην κρατική φυλακή του Τσάρλεστον. Και οι δυο τους θα αρνηθούν την παρουσία ιερέα, καθώς ήταν άθεοι.

Την επόμενη μέρα της εκτέλεσης θα ξεσπάσουν βίαιες εξεγέρσεις σε πολλές πόλεις ανά τον κόσμο όπως σε Τόκυο, Λονδίνο, Παρίσι και Άμστερνταμ ενώ 10.000 άνθρωποι θα περάσουν από το Langone Funeral Home όπου παρέμειναν για δύο ημέρες οι σωροί με ανοιχτά φέρετρα σε λαϊκό προσκύνημα μέχρι την κηδεία.

Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς το Δικαστικό συμβούλιο της Μασαχουσέτης θα παραδεχτεί ότι υπήρξαν σοβαρές παραβλέψεις στις μεθόδους απονομής της δικαιοσύνης αλλά θα χρειαστεί να περάσουν πενήντα χρόνια μέχρι το 1977 οπότε το Νομικό Συμβούλιο του Γραφείου του Κυβερνήτη της Μασαχουσέτης θα κρίνει, κατόπιν αναφορας που ζήτησε ο τότε κυβερνήτης Μάικλ Δουκάκης ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν άδικα και η «ντροπή πρέπει να εξαλειφθεί από τα ονόματά τους». Μάλιστα η 23 Αυγούστου ορίστηκε ως Μέρα Μνημης για τους Σάκκο και Βανζέττι.

Η ιστορία των δύο Ιταλών ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες ανάμεσα σε αυτούς τον Ιταλό σκηνοθέτη Τζουλιάνο Μοντάλντο που το 1971 γύρισε την ταινία «Σάκκο και Βανζέττι» με την υπέροχη μουσική του Έννιο Μορικόνε και την ερμηνεία της Τζοάν Μπαέζ στο γνωστό “Here’s to you Nicola and Bart”.

«Η τελευταία στιγμή μας ανήκει. Η αγωνία μας είναι ο θρίαμβός μας». Από το στόμα του Βανζέττι σε εκείνο της Μπάεζ οι λέξεις ανακτούν μέσα στη διαφορετική τους ανάκρουση ένα αληθινά διαχρονικό νόημα και αναιρούν τελικά τον ίδιο το θάνατο. «Είμαι τόσο σίγουρος πως έχω το δίκιο με το μέρος μου, ώστε αν μπορούσατε να με εκτελέσετε δύο φορές κι αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ ακόμα δύο, θα ζούσα την ίδια ζωή και θα έκανα ό,τι έχω ήδη κάνει» θα συμπληρώσει ο ίδιος το βράδυ της εκτέλεσής του, αφού έχει χαιρετίσει κι ευχαριστήσει τους φύλακες για την ευγένεια με την οποία του συμπεριφέρθηκαν.

Οι μορφές αυτές του ονειροπόλου και ευγενικού Βανζέττι που μοίραζε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Αμερική ανάμεσα στη σκληρή ζωή του εργάτη και στη μελέτη των βιβλίων στο φως του γκαζιού μέχρι το πρωί κι εκείνη του μυώδους, δραστήριου κι εξωστρεφούς οικογενειάρχη Σάκκο από την άλλη αλληλοσυμπληρώνουν σε ένα κοινό πλέγμα μέσα από τη δραματική διαδρομή της προσωπικής τους πορείας την αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι στη ζωή δεν παίρνουμε πάντα αυτό που μας αξίζει. Συχνά όμως μας το προσφέρει απλόχερα κι ανιδιοτελώς ο ίδιος ο θάνατος.

Did you find apk for android? You can find new Free Android Games and apps.

Η Δέσποινα Μανωλακάκη γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου ενός βροχερού απογεύματος στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Από παιδί αγαπούσε πολύ τα βιβλία, τη μυρωδιά του καφέ, του καπνού και τα τρένα. Έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Ε.Κ.Π.Α. κι αυτή την περίοδο εργάζεται στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. Της αρέσουν πολύ τα ταξίδια και προσπαθεί όσο περισσότερο μπορεί να γράφει, να παρατηρεί τους ανθρώπους και να ταξιδεύει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ